Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Ο Ακάθιστος Ύμνος (Χαιρετισμοί) είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., που μιλάει στην Παναγία και της λέει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές. Μέσα υπάρχουν σε ποιητική μορφή, με πανέμορφα λόγια, όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για το Χριστό, την ενανθρώπισή του, το ρόλο της Παναγίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και την αγιότητά Της κ.λ.π., αλλά και για τον αγώνα του ανθρώπου για ένωση με το Θεό και τη βοήθεια που ζητάει από το Χριστό και την Παναγία γι' αυτό τον αγώνα.
Ποιητής των Χαιρετισμών είναι μάλλον ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ένας από τους μεγαλύτερους ελληνόγλωσσους ποιητές όλων των εποχών. Το ποίημα είναι μελοποιημένο (έχει μουσική) και ανήκει στο είδος κλασικής μουσικής του Βυζαντίου που λέγεται "κοντάκιο". Έχει 24 στροφές ("οίκους"), που αρχίζουν, με τη σειρά, από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου.
Πολύ όμορφοι Χαιρετισμοί έχουν γραφτεί και για πολλούς άλλους αγίους, αλλά οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι η βασική έμπνευση για όλους τους άλλους που έχουν γραφτεί μετά.

Τον 7ο αιώνα, όταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης σώθηκε από την επίθεση των Αβάρων μετά από παρέμβαση της Παναγίας, όλοι έψαλλαν στην Αγία Σοφία τον Ακάθιστο Ύμνο όρθιοι (από εκεί και το όνομά του) και τότε μάλλον γράφτηκε το πασίγνωστο αρχικό τροπάριο "Τη Υπερμάχω Στρατηγώ".
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ψάλλει τους Χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή βράδυ, τις πρώτες 5 εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Για την ακρίβεια, κόβουμε τουςΧαιρετισμούς σε 4 κομμάτια (λέγονται "4 στάσεις") και λέμε από ένα κάθε Παρασκευή, ενώ την 5η Παρασκευή λέγεται ολόκληρο το έργο.
Τους Χαιρετισμούς τους απαγγέλλει με τη μουσική τους ο ιερέας. Πριν απ' αυτό, οι ψάλτες έχουν ψάλει ένα άλλο περίφημο μουσικό και ποιητικό έργο, που λέγεται "κανόνας των Χαιρετισμών" (οι κανόνες είναι ένα άλλο είδος βυζαντινής κλασικής μουσικής) και δημιουργός του είναι ένας ακόμη κορυφαίος ποιητής και μουσικός του Βυζαντίου, ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος.
Πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί μέσα στους αιώνες (και σήμερα) συνηθίζουν να διαβάζουν τους Χαιρετισμούς κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, αντί για άλλη προσευχή. Από τις πολλές φορές, συχνά τους μαθαίνουν απ' έξω. Η συνήθεια αυτή είναι πολύ ωραία και σωστή, αφού οι ορθόδοξοι προτιμούμε να προσευχόμαστε με τις προσευχές της Εκκλησιας, παρά με προσευχές που δημιουργούμε εκείνη τη στιγμή (αν και λέμε στο Θεό και τέτοιες, αυτοσχέδιες, προσευχές). Ένας λόγος είναι ότι έτσι ο νους μας ξεκουράζεται και μπορεί να γίνει η προσευχή κυρίως με την καρδιά, δηλ. να στραφούμε ψυχικά προς το Θεό, χωρίς να απασχολούμαστε με το να φτιάξουμε εκείνη την ώρα τα λόγια που θα του πούμε. Και φυσικά, όταν διαβάζουμε μια προσευχή από βιβλίο (π.χ. τους Χαιρετισμούς ή ένα παρακλητικό κανόνα), ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε στην Παναγία, στο Θεό ή σε έναν άγιο - κι εκείνος επίσης το ξέρει (ακόμα κι αν εμείς δεν ξέρουμε τι θέλουμε να του πούμε, εκείνος ξέρει τι υπάρχει στην καρδιά μας και, καθώς στρεφόμαστε προς αυτόν πνευματικά μέσω της προσευχής που διαβάζουμε, είναι σα να του το λέμε).


Το κείμενο των Χαιρετισμών
Από την Ορθόδοξη Χριστιανική Γωνιά

Απολυτίκιον
Το προσταχθέν μυστικώς λαβών έν γνώσει,
εν τή σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη,
ο ασώματος λέγων τή Απειρογάμω.
Ο κλίνας τή καταβάσει τους ουρανούς,
χωρείται αναλλοιώτως όλος εν σοι·
ον καί βλέπων εν μήτρα σου,
λαβόντα δούλου μορφήν,
εξίσταμαι κραυγάζειν σοι·
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'.

Τή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια
Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια
Αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε.
Αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον
Εκ παντίων μέ κινδύνων ελευθέρωσον
Ίνα κράζω σοι·
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Α΄ ΣΤΑΣΙΣ

Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (3 φορές)
καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε
θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων
πρός αυτήν τοιαύτα·
χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
χαίρε δι' ης η αρά εκλείψει
χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
χαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσις
χαίρε δι' ής βρεφουργείται ο Κτίστης
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία,
φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·
το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·
ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζειν·
Αλληλούϊα.

Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,
εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·
εκ λαγόνων αγνών,
Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι·
πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·
χαίρε βουλής απορρήτου μύστις
χαίρε σιγής δεομένων πίστις
χαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον
χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβει κατέβη ο Θεός
χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόν
χαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
χαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμα
χαίρε το φώς μηδένα διδάξασα
χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
χαίρε πιστών καταυγάζουσα φρένας
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,
πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·
καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,
τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούϊα.

Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,
ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,
το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε!
Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον·
χαίρε βλαστού αμαράντου κτήμα
χαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπον
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα
χαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμών
χαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών
χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις
χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις
χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
χαίρε παντός του κόσμου εξίλασμα
χαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκία
χαίρε θνητών προς Θεόν παρρησία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,
ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,
καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·
μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·
Αλληλούϊα.


Β΄ ΣΤΑΣΙΣ

Ήκουσαν οι Ποιμένες, των Αγγέλων υμνούντων,
τήν ένσαρκον Χριστού παρουσίαν·
καί δραμόντες ως πρός ποιμένα,
θεωρούσι τούτον ως αμνός άμωμον,
εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα,
ην υμνούντες είπον·
χαίρε αμνού καί Ποιμένος Μήτηρ
χαίρε αυλή λογικών προβάτων
χαίρε αοράτων εχθρών αμυντήριον
χαίρε Παραδείσου θυρών ανοικτήριον
χαίρε ότι τα ουράνια συναγάλλεται τή γη
χαίρε ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς
χαίρε των Αποστόλων το ασίγητον στόμα
χαίρε των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος
χαίρε στερρόν της πίστεως έρισμα
χαίρε λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα
χαίρε δι ης εγυμνώθη ο Άδης
χαίρε δι ης ενεδύθημεν δόξαν
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Θεοδρόμον αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι,
τή τούτου ηκολούθησαν αίγλη·
καί ως λύχνον κρατούντες αυτόν,
δι' αυτού ηρεύνων κραταιόν άνακτα·
καί φθάσαντες τόν άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες·
Αλληλούϊα.

Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της παρθένου,
τόν πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους·
καί δεσπότην νοούντες αυτόν, ει καί δούλου έλαβε μορφήν,
έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι, καί βοήσαι τή ευλογημένη·
χαίρε αστέρος αδύτου μήτηρ
χαίρε αυγή μυστικής ημέρας
χαίρε της απάτης τήν κάμινον σβέσασα
χαίρε της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα
χαίρε τύρρανον απάνθρωπον εκβαλούσα της αρχής
χαίρε Κύριον Φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν
χαίρε η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας
χαίρε η του βορβόρου ρυομένη των έργων
χαίρε πυρός προσκύνησιν παύσασα
χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα
χαίρε πιστών οδηγέ σωφροσύνης
χαίρε πασών γενεών ευφροσύνη
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι,
υπέστρεψαν εις τήν Βαβυλώνα·
εκτελέσαντές σου τόν χρησμός,
καί κυρήξαντές σε τόν Χριστόν άπασιν,
αφέντες τόν Ηρώδην ως ληρώδη, μή ειδότα ψάλλειν·
Αλληλούϊα.

Λάμψας εν τή Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας,
εδίωξας του ψεύδους το σκότος·
τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μή ενέγκαντά σου τήν ισχύν πέπτωκεν,
οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων πρός τήν Θεοτόκον
χαίρε άνόρθωσις των ανθρώπων
χαίρε κατάπτωσις των δαιμόνων
χαίρε της απάτης τήν πλάνην πατήσασα
χαίρε των ειδώλων τόν δόλον ελέγξασα
χαίρε θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τόν νοητόν
χαίρε πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας τήν ζώην
χαίρε σκέπη του κόσμου πλατυρέρα νεφέλης
χαίρε τροφή του Μάννα διάδοχε
χαίρε τρυφής αγίας διάκονε
χαίρε η γή της επαγγελίας
χαίρε εξ ης ρέει μέλι καί γάλα
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεώνος,
του παρόντος αιώνος,
μεθίστασθαι του απατεώνος,
επεδόθης ως βρέφος αυτώ, αλλ' εγνώσθης τούτω καί Θεός τέλειος·
διόπερ εξεπλάγη σου τήν άρρητον σοφίαν κράζων·
Αλληλούϊα.


Γ΄ ΣΤΑΣΙΣ

Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστις,
ημίν τοις υπ' αυτού γενομένοις·
εξ απόρου βλαστήσας γαστρός, καί φυλάξας ταύτη ώσπερ ην άφθορον,
ίνα το θαύμα βλέποντες, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες·
χαίρε το άνθος της αφθαρσίας
χαίρε το στέφος της εγκρατείας
χαίρε αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
χαίρε των αγγέλων τόν βίον εμφαίνουσα
χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις
χαίρε απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις
χαίρε Κτιστού δικαίου δυσώπησις
χαίρε πολλών πταιόντων συγχώρησις
χαίρε στολή των γυμνών παρρησίας
χαίρε στοργή πάντα πόθον νικώσα
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ξένον τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου,
τόν νουν εις ουρανόν μεταθέντες·
διά τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος,
βουλόμενος ελκύσαι πρός το ύψος, τους αυτώ βοώντας·
Αλληλούϊα.

Όλος ην εν τοις κάτω, καί των άνω ουδόλως,
απήν ο απερίραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε,
καί τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου, ακουούσης ταύτα·
χαίρε Θεού αχωρήτου χώρα
χαίρε σεπτού μυστηρίου θύρα χαίρε των απίστων αμφίβολον άκουσμα
χαίρε των πιστών αναμφίβολον καύχημα
χαίρε όχημα πανάγιον του επί των Χερουβίμ
χαίρε οίκημα πανάριστον του επί των Σεραφίμ
χαίρε η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα
χαίρε η παρθενίαν καί λοχείαν ζευγνύσα
χαίρε δι ης ελύθη παράβασις
χαίρε δι ης ηνοίχθη Παράδεισος
χαίρε η κλεις της Χριστού Βασιλείας
χαίρε ελπίς αγαθών αιωνίων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Πάσα φύσις Αγγέλων, κατεπλάγη το μέγα,
της σης εναθρωπίσεως έργον·
τόν απρόσιτον γάρ ως Θεόν,
εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον,
ημίν μεν συδιάγοντα, ακούοντα δε παρά πάντων ούτως·
Αλληλούϊα.

Ρήτορας πολυφθόγους, ως ιχθύας αφώνους,
ορώμεν επί σοι Θεοτόκε·
απορούσι γαρ λέγειν το πώς καί Παρθένος μένεις καί τεκείν ίσχυσας·
ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν·
χαίρε σοφίας Θεού δοχείον
χαίρε προνοίας αυτού ταμείον
χαίρε φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα
χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα
χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί
χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί
χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα
χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα
χαίρε βυθού αγνοίας εξέλκουσα
χαίρε πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα
χαίρε ολκάς των θελόντων σωθήναι
χάιρε λιμήν των του βίου πλωτήρων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Σώσαι θέλων τόν κόσμον, ο των όλων κοσμήτωρ,
πρός τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε·
καί ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι ημάς εφάνη καθ' ημάς άνθρωπος·
ομοίω γάρ το όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει·
Αλληλούϊα.


Δ΄ ΣΤΑΣΙΣ

Τείχος ει των Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε,
καί πάντων των εις σε προστρεχόντων·
ο γαρ του ουρανού καί της γης, κατεσκεύασέ σε Ποιητής, Άχραντε,
οικήσας εν τη μήτρα σου,
καί πάντας σοι προσφωνείν διδάξας·
χαίρε η στήλη της παρθενίας
χαίρε η πύλη της σωτηρίας
χαίρε αρχηγέ νοητής αναπλάσεως
χαίρε χορηγέ θεϊκής αγαθότητος
χαίρε συ γάρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς
χαίρε συ γαρ ενουθετησας τους συληθέντας τόν νούν
χαίρε η τόν σπορέα της αγνείας τεκούσα
χαίρε παστάς ασπόρου νυμφεύσεως
χαίρε πιστούς Κυρίω αρμόζουσα
χαίρε καλή κουροτρόφε παρθένων
χαίρε ψυχών νυμφοστόλε αγίων
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τω πλήθει των πολλών οικτιρμών σου·
ισαρίθμους γαρ τή ψάμμω ωδάς, αν προσφέρωμέν σοι Βασιλεύ άγιε,
ουδέν τελούμεν άξιον, ών δέδωκας ημίν, τοις σοι βοώσιν·
Αλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότει φανείσαν,
ορώμεν τήν αγίαν Παρθένον·
το γάρ άϋλον άπτουσα φως,
οδηγεί πρός γνώσιν θεϊκήν άπαντας,
αυγή τόν νουν φωτίζουσα, κραυγή δε τιμωμένη ταύτα·
χαίρε ακτίς νοητού ηλίου
χαίρε βολίς του αδύτου φέγγους
χαίρε αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα χαίρε ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα
χαίρε ότι τόν πολύφωτον ανατέλλεις φωτισμόν
χαίρε ότι το πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν
χαίρε της κολυμβύθρας ζωγραφούσα τόν ρύπον
χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν
χαίρε κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν
χαίρε οσμή της Χριστού ευωδίας χαίρε ζωή μυστικής ευωχίας
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Χάριν δούναι θελήσας, οφλημάτων αρχαίας,
ο πάντων χρεωλύτης ανθρώπων, επεδήμησε δι εαυτού,
πρός τους αποδήμους της αυτού χάριτος·
καί σχίσας το χειρόγραφον,
ακούει παρά πάντων ούτως·
Αλληλούϊα.

Ψάλλοντές σου τόν τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες,
ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε·
εν τή ση γαρ οικήσας γαστρί,
ο συνέχων πάντα τή χειρί Κύριος ηγίασεν,
εδόξασεν, εδίδαξεν βοάν σοι πάντας·
χαίρε σκηνή του Θεού καί Λόγου
χαίρε αγία αγίων μείζων
χαίρε κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι
χαίρε θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε
χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών
χαίρε καύχημα σεβάσμιον ιερέων ευλαβών
χαίρε της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος
χαίρε της βασιλείας το απόρθητον τείχος
χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια
χαίρε δι ης εχθροί καταπίπτουσι
χαίρε χρωτός του εμού θεραπεία
χαίρε ψυχής της εμής σωτηρία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Ώ πανύμνητε Μήτερ,
η τεκούσα τόν πάντων Αγίων αγιώτατον Λόγον (3 φορές)
δεξαμένη τήν νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας·
καί της μελλούσης κολάσεως, τους συμβοώντας·
Αλληλούϊα.

[Μετά ξαναλέμε την πρώτη στροφή: Άγγελος πρωτοστάτης... κτλ].
Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'.

Τή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια
Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια
Αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε.
Αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον
Εκ παντίων μέ κινδύνων ελευθέρωσον
Ίνα κράζω σοι·
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


synodoiporia.blogspot.com

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για την Κοίμηση της Θεοτόκου ...

Το γεγονός της Κοιμήσεως ή Μεταστάσεως της Θεοτόκου, όπως ήταν φυσικό, δεν ενέπνευσε μόνο τους μεγάλους υμνογράφους και αγιογράφους, αλλά και πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αφιέρωσαν σ’αυτό είτε ειδικές Ομιλίες είτε αποσπάσματα – αναφορές. Άλλωστε δεν ήταν δυνατό να συμβεί διαφορετικά. Στο πάνσεπτο πρόσωπο της Παναγίας «νενίκηνται της φύσεως οι όροι» σε πολλές φάσεις της ζωής της: Ούσα Παρθένος γέννησε τον Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Έμεινε Παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννησή Του. Είναι αειπάρθενος. Και όταν ως άνθρωπος απέθανε και τότε νικήθηκαν «της φύσεως οι όροι», αφού «τάφος και νέκρωσις» δεν την κράτησαν στη γή, διότι «ως ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Μεταξύ των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αιώνας) αφιέρωσε στην Κοίμηση της Θεοτόκου τρία σπουδαία Εγκώμια, από τα οποία παραθέτουμε σε απόδοση στη νεοελληνική τα επόμενα αποσπάσματα:
Ω, πως η πηγή της ζωής πεθαίνοντας πηγαίνει προς τη ζωή! Ω, πως εκείνη που γεννώντας ξεπέρασε τους νόμους της φύσεως, τώρα υποτάσσεται στη φυσική τάξη και δέχεται θάνατο το αμόλυντο σώμα! Διότι πρέπει αυτό, αφού αφήσει κάτω το θνητό, να περιβληθεί την αθανασία, αφού και ο Κύριός της δεν αρνήθηκε την πείρα του θανάτου. Γιατί πέθανε σωματικά και με τον θάνατό του καταργεί το θάνατο και στη φθορά χαρίζει την αφθαρσία και τη νέκρωση την κάνει πηγή αναστάσεως. Ώ, πως την ιερή ψυχή, καθώς αποχωρίζεται από το σώμα που δέχτηκε τον Θεό, την υποδέχεται με τα ίδια του τα χέρια ο Δημιουργός του παντός , τιμώντας καθώς πρέπει εκείνην, που ενώ κατά την φύση της ήταν δούλη, σύμφωνα με το ανεξερεύνητο πέλαγος της φιλανθρωπίας του και κατά το σχέδιό του την έκανε Μητέρα του, και σαρκώθηκε αληθινά κι όχι ψεύτικα. Γιατί παρακολουθούσαν, όπως λέει η Παράδοση, τα παριστάμενα τάγματα των αγγέλων και περίμεναν τον αποχωρισμό σου από τους ανθρώπους.
Ώ, τι ωραιότατη εκδημία, που χαρίζει τη συνάντηση και παραμονή κοντά στον Θεό! Γιατί, παρόλο που ο Θεός  σ’όλους τους αφοσιωμένους σ’αυτόν και τους θεοφόρους ανθρώπους έχει χαρίσει αυτό το δώρο – ναι, έχει χαριστεί και το πιστεύουμε – όμως η διαφορά μεταξύ δούλων του Θεού και Μητέρας είναι άπειρη. Επομένως πώς να ονομάσουμε αυτό το μυστήριο που σου συμβαίνει θάνατο; Αν και κατά τρόπο φυσικό η πανίερη και μακάρια ψυχή σου χωρίζεται από το τρισευλογημένο και άσπιλο σώμα και το σώμα σου παραδίνεται στην καθιερωμένη ταφή, εντούτοις δεν μένει νεκρό και δεν διαλύεται από την φθορά. Της Παναγίας η Παρθενία έμεινε απείραχτη όταν γεννούσε, όταν η ίδια έφευγε από την παρούσα ζωή το σώμα της διατηρήθηκε αδιάλυτο και ανεβαίνει σε πολύ ανώτερη και πιο θεϊκή ζωή, που δεν την διακόπτει ο θάνατος, αλλά συνεχίζει να υπάρχει στους ατέλειωτους αιώνες (Εγκώμιον Α΄ εις την Κοίμησιν,  § 10).
Και συνεχίζοντας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο ίδιο Εγκώμιο ( § 11) λέει και τα εξής:
Σε μετέφεραν από τη γή στον ουρανό άγγελοι μαζί με αρχαγγέλους. Βλέποντας την άνοδό σου τρόμαξαν τα ακάθαρτα πνεύματα που βρίσκονται μεταξύ γής και ουρανού. Κατά τη διάβασή σου αυτή ο μεν αέρας ευλογείται, ο δε αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή σου. Εσένα με ιερούς ύμνους και ολόφωτες λαμπάδες χαρούμενης γιορτής προϋπαντούνε ουράνιες δυνάμεις, σχεδόν λέγοντας «ποιά ειν’ αυτή που ανεβαίνει ανθισμένη στα λευκά, που προβάλλει σαν αυγή, όμορφη σαν φεγγάρι, λαμπερή σαν τον ήλιο»; Πόσο ομόρφηνες, πόσο γλύκανες! Είσαι σαν το αγριολούλουδο, σαν κρίνο μες στα αγκάθια, γι’αυτό σ’αγάπησαν οι νεάνιδες, τρέχουν ξοπίσω απ’το άρωμά σου. Σ’οδήγησε ο Βασιλιάς στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του» (Άσμα Ασμάτων). Εκεί σε περιτριγυρίζουν οι εξουσίες, σε δοξολογούν οι αρχές, σε ανυμνούν οι θρόνοι, χαίρονται απορώντας τα χερουβείμ, δοξάζουν τα σεραφείμ εσένα που έγινες η φυσική Μητέρα του Κυρίου μας χάρη στην πραγματική φιλανθρωπία του. Γιατί δεν ανέβηκες ως τον ουρανό  όπως ο Ηλίας, ούτε «ανηρπάγης» μέχρι τον τρίτο ουρανό όπως ο Παύλος (Β΄ Κορ. 12,2). Αλλά έφτασες ως τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, όπου τον βλέπεις με τα μάτια σου και χαίρεσαι και στέκεις δίπλα του, με πολλή και ανείπωτη παρρησία.
Είσαι για τους αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις άφατη ευφροσύνη, για τους πατριάρχες χαρά χωρίς τέλος, για τους δικαίους ανεκλάλητη ευχαρίστηση, για τους προφήτες διαρκής αγαλλίαση! Τον κόσμο ευλογείς, τα σύμπαντα αγιάζεις. Για τους αποκαμωμένους είσαι ανάσα, για τους πενθούντες παρηγοριά, για τους αρρώστους γιατρειά, για τους θαλασσοδαρμένους λιμάνι, για τους αμαρτωλούς συγχώρεση, για τους θλιμμένους καλοσυνάτο στήριγμα, για όσους σε αναζητούν η πρόθυμη βοήθεια.
Στον τρίτο εγκωμιαστικό λόγο του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει και τα εξής χαρακτηριστικά για την Κοίμηση της Θεοτόκου:
Σήμερα η νοητή και έμψυχη σκάλα, με την οποία αφού κατέβηκε ο Ύψιστος «φανερώθηκε πάνω στη γή και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους» (Βαρούχ 3, 38), χρησιμοποιώντας ως σκάλα το θάνατό της μετέστη από τη γή στους ουρανούς.
Σήμερα η επίγεια τράπεζα, αυτή που τον ουράνιο άρτο της ζωής, τον αναμμένο άνθρακα της θεότητας χωρίς γάμο κράτησε μέσα της, από τη γή υψώθηκε στον ουρανό…Σήμερα από την επίγεια Ιερουσαλήμ μετατίθεται η έμψυχη πόλη του Θεού στην «άνω Ιερουσαλήμ»… και εγκαθίσταται στην εκκλησία των πρωτοτόκων. Και η έμψυχη και λογική κιβωτός του Κυρίου μεταναστεύει στην ανάπαυση του Υιού της…
Πέθανε η πηγή της ζωής, η Μητέρα του Κυρίου μου! Γιατί έπρεπε, αυτό που απαρτίστηκε από γή, να ξαναγυρίσει στη γή κι έτσι να μεταφερθεί ψηλά στον ουρανό. Αφού πήρε από τη γή την άφθαρτη ζωή, την οποία και της ξαναδώρισε, με την κατάθεση του σώματός της σ’αυτήν. Διότι έπρεπε, όπως το χρυσάφι στο χωνευτήρι, αφού αποβάλει τα άχρηστα και το βάρος της θαμπής θνητότητας, να υψώσει από τον τάφο το σώμα της άφθαρτο και αμόλυντο, για να λάμπει στο φως της αθανασίας» (§ 2,3).
Ιδιαίτερα λυρικό και βαθύτατα θεολογικό είναι και το «Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της αγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου» του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (§ 759 – 826). Να δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Τώρα λοιπόν, κλείνοντας η Θεοτόκος τα μάτια του σώματος της, ανοίγει σ’εμάς τα νοητά της μάτια σαν λαμπερά και μεγάλα αστέρια. Αυτά που ποτέ δεν έδυσαν, γιατί αγρυπνούν ώστε να παρακαλούν το πρόσωπο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Τώρα που τα θεοκίνητα χείλη της σώπασαν και δεν μιλούν πιά, ανοίγει διάπλατα το στόμα της για να πρεσβεύει για όλους τους ανθρώπους. Τώρα που μάζεψε τις γήινες αλλά θεοφόρες παλάμες της, τις εμφανίζει αφθαρτοποιημένες και υψωμένες προς τον Θεό, ικετεύοντας για όλη την οικουμένη. Αφού τώρα απέκρυψε το φυσικό και σαν τον ήλιο πρόσωπό της, ακτινοβολεί με τη φιλοτεχνημένη εικόνα της και την προβάλλει στα πλήθη για να την ασπασθούν με ευγνώμονη σχετική προσκύνηση, έστω και αν δεν το θέλουν οι αιρετικοί. Έχοντας μεταστεί στα ουράνια η πάναγνη περιστέρα, δεν σταματά να προστατεύει τα επίγεια. Παρόλο που βγήκε από το σώμα, πνευματικά είναι μαζί μας. Μπαίνοντας στους ουρανούς, εξοστρακίζει τους δαίμονες και μεσιτεύει στον Κύριο (§  2).
Και συνεχίζει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης:
Όταν σκέπτομαι το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου, Παρθένε, τρομάζει από δέος το πνεύμα μου. Όταν αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεώς σου, απορεί το μυαλό μου. Όταν διηγείται το μυστήριο της εκ νέου ζωής σου, δένεται η γλώσσα μου. Γιατί ποιός είναι εκείνος που θα μπορούσε να κάνει ώστε να ακουστούν επάξια όλοι οι έπαινοί σου, να περιγράψει όλα τα θαύματά σου; Ποιός νους υψιπέτης θα τα διακηρύξει; Ποιά γλώσσα γλαφυρή θα πει τα σχετικά μ’εσένα, θα παραστήσει τα δικά σου, θα προβάλλει τα λόγια σου, ή θα περιγράψει τις θαυμάσιες τελετές, πανηγύρεις, εορτές, διηγήσεις, εγκώμια, αφού και για το παρόν μυστήριο (της κοιμήσεώς σου) αδυνατεί να το πράξει, αποτυχαίνει, επικρίνεται;
Διότι ακριβώς υπερέχεις, υπερτερείς, είσαι ασύγκριτα ανώτερη στο ύψος και το μέγεθος από τον ανώτατο πόλο, στην αγνότητα από τη λάμψη του φωτός του ήλιου, στην οικείωση της παρρησίας από την αγγελική τάξη και γενικά από όλη την άϋλη και λογική ουσία των νοητών και νοερών δυνάμεων (§ 5).
Σχετικά με την αναγκαιότητα της Κοιμήσεως, άλλος μεγάλος άγιος Πατέρας της Εκκλησίας μας,Νικόλαος ο Καβάσιλας (1322 – 1391/96 περίπου), στην Ομιλία του «Εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας δεσποίνης ημών και παναχράντου Θεοτόκου» γράφει χαρακτηριστικά (§  12):
Ήταν ανάγκη να χωριστεί η πανάγια αυτή ψυχή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, ενώνεται το δεύτερο φως με το πρώτο. Αλλά και το σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γή, έφυγε κι αυτό μαζί με την ψυχή της. Γιατί έπρεπε να διαβεί απ’ όλους τους δρόμους απ’ τους οποίους πέρασε και ο Σωτήρας, να λάμψει στους ζωντανούς και τους νεκρούς και με όλα αυτά να εξαγιάσει την (ανθρώπινη) φύση και να πάρει κατόπιν τη θέση που της αρμόζει. Έτσι λοιπόν δέχθηκε το σώμα της για λίγο ο τάφος, αλλά δέχθηκε και ο ουρανός την καινή εκείνη γή, το πνευματικό σώμα, το θησαυρό της ζωής μας, που είναι σεμνότερο απ’ τους αγγέλους και αγιώτερο απ’ τους αρχαγγέλους. Έτσι ξαναδόθηκε ο θρὀνος στο βασιληά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φώς, το δέντρο στον καρπό, η Μητέρα στον Υιό, αντιπρόσωπος του ανθρώπινου γένους καθόλα άξια.
Και τέλος, ο άγιος Μάρκος, επίσκοπος Εφέσου, ο Ευγενικός (1392-1444/45), σε μια αποστροφή λόγου του λέει τα εξής χαρακτηριστικά:
Νέκρωσιν η της ζωής μητέρα δέχεται, και τάφῳ τεθείσα, μετά τρίτην ημέραν ευκλεώς εξανίσταται εις αιώνας τῳ Υιῷ συμβασιλεύουσα και αιτούσα την των πταισμάτων υμών άφεσιν.
Περισσότερα στο βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ.
(Μεταφορά από το http://dosambr.wordpress.com)

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Παρακλητικοί κανόνες «Μικρός και Μέγας» – αειμνήστου Ιωάννου Φουντούλη

Αναμετάδοση από http://www.orp.gr (blog Ορθόδοξη Πορεία)

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός αυτού, ήταν αιτία και όλες οι ημέρες του να πάρουν σιγά –σιγά ένα θεομητορικό χαρακτήρα. Οι δεκατέσσαρες πρώτες ημέρες μπορούμε να ειπούμε ότι είναι τα προεόρτιά της και οι υπόλοιπες τα μεθέορτα, η παράτασις της μεγάλης αυτής θεομητορικής εορτής. Κατά την αυστηρά εορτολογική τάξι, προεόρτιος ημέρα είναι μόνο η παραμονή, η 14η του μηνός, κατά την οποία και μόνο υπάρχουν ειδικά τροπάρια στην εκκλησιαστική ακολουθία, Αλλά το λειτουργικό έθιμο, που σήμερα αποτελεί πια γενικώς καθιερωμένη παράδοσι, συνέδεσε όλες τις προ της εορτής ημέρες με την προπαρασκευή για τον εορτασμό της μνήμης της Παναγίας, αφ’ ενός μεν με την προπαρασκευαστική νηστεία, αφ’ ετέρου δε με την ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων προς αυτήν μετά τον εσπερινό των ημερών αυτών. Η μεθέορτος πάλι περίοδος κατά το ισχύον τυπικό λήγει την 23η Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία «αποδίδεται» η εορτή, τα Εννιάμερα. Πάντοτε όμως κατά το παρελθόν υπήρχαν τάσεις παρατάσεως του εορτασμού. Έτσι, σε πολλά μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως και του Αγίου Όρους η εορτή απεδίδετο την 28η Αυγούστου. Διάταγμα εξ άλλου του αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β’ του Παλαιολόγου ώριζε να εορτάζεται η μνήμη της Θεοτόκου καθ’ όλο τον Αύγουστο μήνα από την 1η μέχρι την 31η. Σε ανάλογο τάσι φαίνεται ότι οφείλεται και η τοποθέτησις στην 31η του Αυγούστου της εορτής της καταθέσεως της τιμίας ζώνης της Θεοτόκου στην Αγία Σορό, που απέκειτο στο ναό της Θεοτόκου στα Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τον τρόπο αυτόν ο θεομητορικός μήνας, αλλά και ολόκληρο το έτος, που έληγε την 31η Αυγούστου, εσφραγίζετο με μία θεομητορικού χαρακτήρος εορτή.




Κατά τον Αύγουστο, λοιπόν, τον μήνα της Παναγίας, στους ναούς μας, και μάλιστα στα προσκυνήματα τα αφιερωμένα στο όνομά της, θα συντρέξουν οι πιστοί μας για να υμνολογήσουν την Μητέρα του Θεού και να αναφέρουν σ’ αυτήν την θλίψι και τις αγωνίες των. Και δικαίως, γιατί η Θεοτόκος είναι η λογική κλίμαξ που κατέβασε τον Θεό στον κόσμο και ανέβασε τον άνθρωπο στο Θεό. Είναι ο κρίκος που συνέδεσε τον ουρανό με την γη, που έδωσε στον Θεό την σάρκα, ώστε να γίνη, από άκρα φιλανθρωπία, ο Λόγος του Θεού «ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα», σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων του ανθρωπίνου σώματος. Και στην παρρησία της μητέρας Του, που την άφησε πεθαίνοντας στον σταυρό στο πρόσωπο του Ιωάννου και για δική μας μητέρα, καταφεύγουν τώρα τα παιδιά της, οι αδελφοί του Χριστού. Δεν ήταν η διαθήκη Του αυτή, που την έγραψε επάνω στον αιματοβαμμένο σταυρό Του, όταν βλέποντας «την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα, ον ηγάπα» είπε προς αυτήν το «Ιδού ο υιός σου» και προς τον μαθητήν «Ιδού η μήτηρ σου»; Με το θάρρος λοιπόν και την αγάπη των παιδιών προς την μητέρα απευθύνεται ο λαός του Θεού προς την Θεοτόκο, για να διαβιβάση εκείνη τα αιτήματά του προς τον Υιό και Θεό της, χρησιμοποιώντας και πάλι την παρρησία της μητέρας. Γιατί μέσα στο μυστικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, νεκροί δεν υπάρχουν. Όλοι ζουν εν Χριστώ και συνεχίζουν και στον ουρανό τις προσευχές και τις δεήσεις για τα μέλη της Εκκλησίας που ζουν στην γη και αγωνίζονται τον καλόν αγώνα της χριστιανικής ζωής, όπως ακριβώς και οι ζώντες στον κόσμο τούτο δέονται για τους άλλους αδελφούς των, ζώντας ή κεκοιμημένους. Και πολύ περισσότερο η Θεοτόκος στην δόξα του ουρανού δεν παύει να εκτελή το έργο της μεσιτείας που έκαμε και στην γη. Όπως στον γάμο της Κανά ενδιεφέρθη δια την χαρά των ανθρώπων και εζήτησε και επέτυχε από τον Χριστό την θαυματουργική Του επέμβασι, έτσι και μεταστάσα από την γη δεν εγκατέλειψε την γη, αλλά διαρκώς διαβιβάζει τις αιτήσεις μας προς τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι η «προστασία» η «ακαταίσχυντος» και η «μεσιτεία» η «αμετάθετος», που δεν παραβλέπει τις ικετευτικές μας φωνές, αλλά αντιλαμβάνεται και προφθάνει στην βοήθεια εκείνων που έχουν ανάγκη, όπως πολύ χαρακτηριστικά ψάλλει ο ποιητής του γνωστού κοντακίου.



Σ’ αυτήν λοιπόν την θεολογική βάσι στηρίζεται η Εκκλησία όταν κατά τις πρώτες ημέρες του μηνός αυτού ψάλλη στους ναούς μας τους παρακλητικούς κανόνας προς την Παναγία. Θα ενώσωμε και ημείς μαζί με τον υπόλοιπο λαό του Θεού την φωνή μας και θα απευθύνωμε προς αυτήν τους ωραίους ύμνους, που συνέθεσαν οι ιεροί ποιηταί της Εκκλησίας μας, οι πνευματοκίνητοι συντάκται των ιερών αυτών ακολουθιών. Αυτές ακριβώς τις παρακλητικές ακολουθίες θα ιδούμε σήμερα. Το θέμα είναι και επίκαιρο και πρακτικώς χρήσιμο, αφού από την πρώτη Αυγούστου σημαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών μας και θα μας καλούν σ’ αυτές.



Οι δύο ακολουθίες αυτές μας είναι γνωστές με το όνομα «Μικρός» και «Μέγας παρακλητικός κανών εις την υπεραγίαν Θεοτόκον». Έτσι επιγράφονται στα λειτουργικά μας βιβλία. Στην πραγματικότητα όμως είναι κάτι το ευρύτερο. Ο κανών είναι μέρος μόνο της όλης ακολουθίας, το μεγαλύτερο και ίσως το πιο εντυπωσιακό. Είναι το στοιχείο που με την εναλλαγή του διαφοροποιεί την κατά τα άλλα ομοία ακολουθία σε δύο, που για να διακρίνωνται ονομάζονται η μία «Μεγάλη Παράκλησις» και η άλλη «Μικρά». Και οι δύο κανόνες έχουν ίσο αριθμό τροπαρίων, 32 τροπάρια ο καθένας –τέσσαρα σε κάθε ωδή, του μεγάλου όμως κανόνος τα τροπάρια και οι ειρμοί, από τους οποίους εξαρτώνται τα τροπάρια είναι εμφανώς εκτενέστερα. Αυτό όμως δεν είναι, νομίζω, αρκετό να αιτιολογήση το επίθετο «μέγας» σ’ αυτόν. Φαίνεται ότι ο μέγας αυτός κανών εψάλλετο πανηγυρικότερα, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του δεκαπενταυγούστου, όπως δείχνουν και το εξαποστειλάριο «Απόστολοι εκ περάτων…», που ψάλλεται στο τέλος του. Κατόπιν και η επανάληψις των δύο τροπαρίων «Διάσωσον από κινδύνων…» και «Επίβλεψον εν ευμενεία…», που γίνεται στο τέλος κάθε ωδής του μεγάλου, ενώ στον μικρό μόνο στο τέλος της γ΄ και της στ΄ ωδής, μαρτυρεί μια τάσι προς έξαρσι επί το πανηγυρικώτερον του πρώτου. Ο μικρός εψάλλετο, όπως και η επιγραφή του μαρτυρεί, καθ’ όλο το έτος «εν πάση περιστάσει και θλίψει ψυχής».



Κατά την ισχύουσα σήμερα πράξι, οι δύο κανόνες κατά την περίοδο του δεκαπενταυγούστου ψάλλονται εναλλάξ, για την αποφυγή, προφανώς, της μονοτονίας, στο τέλος του εσπερινού όλων των ημερών εκτός από τον εσπερινό των Σαββάτων, της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως. Αυτή η σύνδεσις της παρακλήσεως με την ακολουθία του εσπερινού μας φέρνει στον νου την αντίστοιχο μοναχική τάξι, που στις ολονυκτίες των μονών συνάπτεται ο όρθρος στον εσπερινό. Η όλη ακολουθία δηλαδή του εσπερινού και της παρακλήσεως μαζί γίνονται σαν ένα είδος μικράς παννυχίδος στα μέτρα και τις δυνατότητες των ενοριών, μικράς ολονυκτίας προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν δε προσέξωμε την δομή της ακολουθίας της παρακλήσεως, θα αναγνωρίσωμε σ’ αυτήν το σχήμα και την διάταξη ενός υποτυπώδους όρθρου. Αρχίζει με ένα θρηνητικό ψαλμό, τον τελευταίο των ψαλμών του εξαψάλμου («Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου…» -ψαλμός 142ος), το «Θεός Κύριος…» με τα θεομητορικά τροπάρια «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν…» και «Ου σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε…», τον 50ο ψαλμό «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», τον κανόνα με κάθισμα στο τέλος της γ΄ και το κοντάκιο στο τέλος της στ΄ ωδής και την παρεμβολή των αναβαθμών, του ευαγγελίου και της συναπτής του, με τα τροπάρια που συνοδεύουν τον 50ο ψαλμό στον όρθρο, τα μεγαλυνάρια μετά την θ΄ ωδή και στο τέλος τροπάρια που μπορούν να παραλληλισθούν προς τα εξαποστειλάρια του όρθρου στον μέγα παρακλητικό κανόνα ή προς τα απόστιχα του όρθρου στην μικρά παράκλησι. Αν συνδυάσωμε μάλιστα τα ανωτέρω προς την τάξι που ισχύει στις εορτές των αγίων, που ως πρώτος κανών στον όρθρο ψάλλεται ένας από τους ανωτέρω παρακλητικούς κανόνας προς την Θεοτόκο, δεν μας μένει καμμία αμφιβολία ότι και στις παρακλήσεις έχομε ένα θεομητορικό παρακλητικό όρθρο κατά τον τύπο των μοναχικών ολονυκτιών.



Ο μικρός κανών φέρεται υπό το όνομα του Θεοστηρίκτου μοναχού ή του Θεοφάνους, που ίσως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που χαρακτηρίζεται πότε με το κοσμικό, πότε με το μοναχικό του όνομα. Ποίος όμως από τους πολλούς ομωνύμους ποιητάς είναι ο συντάκτης του κανόνος αυτού δεν είναι εύκολο να προσδιορισθή. Του μεγάλου ποιητής είναι ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις (1222 -1258). Ο δεύτερος αυτός κανών έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα και αναφέρεται ειδικώς στα παθήματα και τις περιστάσεις του βίου του πολυπαθούς αυτού βασιλέως. Ο πρώτος είναι γενικώτερος και ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο θλιβόμενο, ασθενούντα και πάσχοντα από πενυματικές και σωματικές ασθένειες, από επιβουλές δαιμονικές και κάθε άλλο ψυχοσωματικό κίνδυνο.



Και οι δύο κανόνες ψάλλονται σε ήχο πλ. δ΄. Η α΄ ωδή του μικρού έχει ειρμό το «Υγράν διοδεύσας», του μεγάλου το «Αρματηλάτην Φαραώ». Παραθέτουμε την α΄ ωδή και των δύο αυτών κανόνων. Έτσι θα γίνη φανερή και η διαφορά ως προς το μήκος των τροπαρίων και ως προς το περιεχόμενό των. Και οι δύο αμιλλώνται στην εκλογή ωραίων εικόνων, λεπτού και ευγενούς τρόπου εκφράσεως της δεήσεως, ζωηράς περιγραφής των θλίψεων και των συμφορών και των αισθημάτων της πίστεως, πόνου, αλλά και ελπίδος και εγκαρτερήσεως. Ο θρήνος του πιστού δεν είναι έκφρασις απογνώσεως και απελπισίας, αλλά αίτησις του θείου ελέους και της βοηθείας της Θεοτόκου για την συνέχισι του αγώνος του βίου και για την νικηφόρο αντιμετώπισι των πειρασμών.



Μικρός παρακλητικός κανών – ωδή α΄ – ο ειρμός



«Υγράν διοδεύσας ωσεί ξηράν

και την αιγυπτίαν

μοχθηρίαν διαφυγών,

Ο ισραηλίτης ανεβόα∙

Τω λυτρωτή και Θεώ ημών άσωμεν».



Τα τροπάρια



«Πολλοίς συνεχόμενοις πειρασμοίς

προς σε καταφεύγω

σωτηρίαν επιζητών∙

Ω μήτερ του Λόγου και Παρθένε,

των δυσχερών και δεινών με διάσωσον».



«Παθών με ταράττουσι προσβολαί,

πολλής αθυμίας

εμπιπλώσαι μου την ψυχήν∙

ειρήνευσον, κόρη, τη γαλήνη

τη του Υιού και Θεού σου, πανάμωμε».



«Σωτήρα τεκούσα σε και Θεόν

δυσωπώ, παρθένε,

λυτρωθήναι με των δεινών∙

σοι γαρ νυν προσφεύγων ανατείνω

και την ψυχήν και την διάνοιαν».



«Νοσούντα το σώμα και την ψυχήν

επισκοπής θείας

και προνοίας της παρά σου,

αξίωσον μόνη Θεομήτορ,

ως αγαθή αγαθού τε λοχεύτρια».



Ο μέγας παρακλητικός κανών – ωδή α΄ – ο ειρμός



«Αρματηλάτην Φαραώ εβύθισε

τερατουργούσα ποτέ

μωσαϊκή ράβδος,

σταυροτύπως πλήξασα

και διελούσα θάλασσαν∙

Ισραήλ δε φυγάδα

πεζόν οδίτην διέσωσεν

άσμα τω Θεώ αναμέλποντα».



Τα τροπάρια



«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι

την ταπεινήν μου ψυχήν

και συμφορών νέφη

την εμήν καλύπτουσι

καρδίαν, θεονύμφευτε∙

αλλ’ η φως τετοκυία

το θείον και προαιώνιον

λάμψον μοι το φως το χαρμόσυνον».



«Εξ αμετρήτων αναγκών και θλίψεων

και εξ εχθρών δυσμενών

και συμφορών βίου

λυτρωθείς, πανάχραντε,

τη κραταιά δυνάμει σου,

ανυμνώ, μεγαλύνω

την άμετρόν σου συμπάθειαν

και την εις εμέ σου παράκλησιν».



«Νυν πεποιθώς επί την σην κατέφυγον

αντίληψιν κραταιάν

και προς την σην σκέπην

ολοψύχως έδραμον

και γόνυ κλίνω, δέσποινα,

και θρηνώ και στενάζω,

μη με παρίδης τον άθλιον,

των χριστιανών καταφύγιον».



«Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα

τα μεγαλεία τα σά∙

ει μη γαρ σύ, κόρη,

πάντοτε προΐστασο

υπέρ εμού πρεσβεύουσα

τω Υιώ και Θεώ σου,

τις εκ τοσούτου με κλύδωνος

και δεινών κινδύνων ερρύσατο»;



«Διάσωσον

από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε,

ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν,

ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν».



«Επίβλεψον

εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε,

επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν

και ίασαι της ψυχής μου το άλγος».



Παραθέτουμε επίσης τα θαυμάσια εξαποστειλάρια του γ΄ ήχου, προς το «Ο ουρανόν τοις άστροις». Το πρώτο είναι το εξαποστειλάριο της ημέρας της Κοιμήσεως. Στα άλλα κορυφώνεται η δοξολογία προς την Θεοτόκο και η δέησις προς αυτήν του πιστού. Ήδη στην θλιβομένη ψυχή του πιστού η πίστις στην βοήθεια και προστασία της Παναγίας έχει ενσταλλάξει την χαρά.



«Απόστολοι εκ περάτων

συναθροισθέντες ενθάδε,

Γεθσημανή τω χωρίω

κηδεύσατέ μου το σώμα∙

και σύ, Υιέ και Θεέ μου,

παράλαβέ μου το πνεύμα».



«Ο γλυκασμός των αγγέλων,

των θλιβομένων η χαρά,

χριστιανών η προστάτις,

παρθπένε μήτηρ Κυρίου,

αντιλαβού μου και ρύσαι

των αιωνίων βασάνων».



«Και σε μεσίτριαν έχω

προς τον φιλάνθρωπον Θεόν∙

μη μου ελέγξη τας πράξεις

ενώπιον των αγγέλων∙

παρακαλώ σε, παρθένε,

βοήθησόν μοι εν τάχει».



«Χρυσοπλοκώτατε πύργε,

και δωδεκάτειχε πόλις,

ηλιοστάλακτε θρόνε,

καθέδρα του βασιλέως,

ακατανόητον θαύμα

πώς γαλουχείς τον δεσπότην;»


(1 Αυγούστου 1970)

Από το βιβλίο «Λογική λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (σελ. 173 -181).

Επιμέλεια κειμένου, Κωνσταντίνα Κυριακούλη.

Copyright Ορθόδοξη Πορεία

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Αγία Άννα .... Η κοίμησή της

Η αγία Άννα, η οποία θεία χάριτι έγινε κατά σάρκα προμήτωρ (γιαγιά) του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καταγόταν από τη φυλή Λευί και ήταν υστερότοκη θυγατέρα του αρχιερέως Ματθάν και της συζύγου του Μαρίας, η οποία έφερε στον κόσμο άλλες δυο κόρες: την Μαρία και την Σοβή. Η πρωτότοκη Μαρία νυμφεύτηκε στην Βηθλεέμ και γέννησε την Σαλώμη την μαία. Η δε Σοβή νυμφεύτηκε κι αυτή στη Βηθλεέμ και έφερε στον κόσμο την Ελισάβετ, την μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η Άννα νυμφεύτηκε στην Γαλιλαία τον συνετό Ιωακείμ και, μετά από μακρά περίοδο ατεκνίας, με την παρέμβαση του Θεού έφερε στον κόσμο την Μαρία την Παναγία Θεοτόκο. Έτσι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος Μαρία ήσαν πρώτες εξαδέλφες, και ο Κύριος κατά το ανθρώπινον και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήσαν δεύτερα εξαδέλφια.


Αφού γέννησε την Θεοτόκο, την οποία ο Κύριος εγκατέστησε στην κορυφή της ανθρώπινης αγιότητος, μόνην αυτήν ικανώς αγνή να δεχθεί μέσα της τον Σωτήρα του κόσμου, την αφιέρωσε σε ηλικία τριών ετών στον Ναό ως δώρο καθαρό και άμωμο. Έκτοτε η αγία Άννα πέρασε τον υπόλοιπο βίο της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες, αναμένοντας την εκπλήρωση των θείων επαγγελιών. Παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Ο δε άγιος Ιωακείμ εκοιμήθη σε ηλικία ογδόντα ετών, αλλά αγνοούμε ποιος από τους δύο εξεδήμησε πρώτος προς Κύριον. Το μόνο που μας διέσωσε η παράδοση της Εκκλησίας είναι ότι η Θεοτόκος στερήθηκε τους γονείς της σε ηλικία ένδεκα ετών, ενώ βρισκόταν ακόμη στον Ναό.

Αγία Παρασκευή ... ποια ήταν και πως έζησε


Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στην Ρώμη το 117μ.Χ. Οι γονείς της ήταν Έλληνες. Ο πατέρας της, Αγάθων, και η μητέρα της, Πολιτεία, όντας χριστιανοί, όταν γεννήθηκε η Αγία την βάπτισαν και της έδωσαν το όνομα Παρασκευή. Την μεγάλωσαν σύμφωνα με την χριστιανική πίστη και την σπούδασαν αφού είχαν την οικονομική δυνατότητα μιας και ήταν πλούσιοι.

Όταν ήταν σε ηλικία είκοσι ετών οι γονείς της πέθαναν. Τότε η Αγία έδωσε την περιουσία της στους φτωχούς, στην εκκλησία και σε ένα ίδρυμα, στο οποίο έμεναν χριστιανές κοπέλες που είχαν αφιερωθεί στον Ιησού Χριστό. Εκεί έμεινε για λίγα χρόνια η Αγία Παρασκευή, βοηθώντας στην διάδοση της χριστιανικής πίστης, όπως έκαναν και οι υπόλοιπες συγκάτοικοι της.
Κάποια στιγμή εγκατέλειψε το ίδρυμα αυτό και ξεκίνησε να κηρύττει τον Χριστιανισμό σε διάφορες πόλεις και χωριά της Ιταλίας. Κατά την διάρκεια αυτών των περιοδειών της, έπεισε πολλούς να βαπτιστούν Χριστιανοί. Αυτό ήταν κάτι που ενόχλησε κάποιους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ανέφεραν την δράση της Αγίας Παρασκευής στον, επίσης ειδωλολάτρη, Αντωνίνο, αυτοκράτορα εκείνη την εποχή της Ρώμης.

Με εντολή του Αντωνίνου, συνέλαβαν την Αγία Παρασκευή και την οδήγησαν μπροστά του. Θέλοντας αυτός να την κάνει να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη, την υποβάλει στο μαρτύριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας από το οποίο, με την χάρη του Ιησού Χριστού, η Αγία βγήκε σώα. Ακολούθησαν άλλα μαρτύρια, τα οποία η Αγία υπέμενε δοξολογώντας τον Χριστό. Το τελευταίο βασανιστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η Αγία ήταν ένα καζάνι στο οποίο έβραζε πίσσα και λάδι. Εκεί έβαλαν την Αγία Παρασκευή η οποία όμως, με την βοήθεια του Θεού, δεν έπαθε τίποτα. Βλέποντας το αυτό ο Αντωνίνος, την προέτρεψε να ρίξει πάνω του πίσσα για να διαπιστώσει ο ίδιος αν καίει. Η πίσσα αυτή τύφλωσε τον αυτοκράτορα ο οποίος πίστεψε τότε στην αληθινή θρησκεία και ζήτησε από την Αγία Παρασκευή να τον βαπτίσει χριστιανό. Εκείνη όχι μόνο τον βάπτισε, αλλά και του θεράπευσε, με την χάρη του Θεού, τα μάτια. Η χάρη να θεραπεύσει τα μάτια, δόθηκε από τον Θεό στην Αγία Παρασκευή και γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε αλλά και μέχρι τις μέρες μας.

Η Αγία Παρασκευή συνέχισε μετά την βάπτιση του Αντωνίνου, να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός από την Ιταλία. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός της, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Το σώμα της έθαψαν κρυφά κάποιοι χριστιανοί. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια.

Την μνήμη της Αγίας Παρασκευής εορτάζουμε στις 26 Ιουλίου.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Αγία Ευφημία .... η προστάτιδα του Γέροντος Παϊσίου

Αγία Ευφημία

Η Οικογένια της Αγίας
Η Αγία Ευφημία έζησε στους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού ( 284-305 μ.Χ.) και καταγόταν από τη Χαλκηδόνα. Ο πατέρας της ονομαζόταν Φιλόφρων και ήταν πλούσιος συγκλητικός, η δε μητέρα της ονομαζόταν Θεοδωρησιανή κι ήταν γυναίκα ευσεβής και φιλάνθρωπος.
Ενώπιον του ηγέμονα
Εκείνη την εποχή ο Διοκλητιανός κίνησε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Στα μέρη της Ανατολής ήταν ηγέμονας τότε ο Πρίσκοςμε συνάρχοντα τον φιλόσοφο Απελλιανό, που ήταν κι ιερέας του θεού Άρη. Όταν έφθασε η γιορτή του θεού τους, έστειλαν γράμματα και κήρυκες σ' όλη την επαρχία της Χαλκηδόνας, προσκαλώντας όλους να γιορτάσουν. Όσοι δεν θα πήγαιναν στη Χαλκηδόνα, όπου ήταν ο ναός του Θεού, θα τιμωρούνταν με θάνατο.
Τότε όσοι ήσαν χριστιανοί συγκεντρώνονταν και κλείνονταν σε σπίτια ή κατάφευγαν στην έρημο, για να αποφύγουν την ειδωλολατρική γιορτή. Σε μιά ομάδα χριστιανών οδηγός ήταν η Ευφημία. Ο Απελλιανός παρατήρησε την αποχή των χριστιανών και παρακίνησε τον ηγέμονα να συλλάβει όσους ήταν δυνατό, μεταξύ δε αυτών και την ένδοξη Ευφημία. Όλη η συντροφιά της Ευφημίας ήταν σαράντα εννέα  άτομα, ξεχώριζε δε η κόρη από το άνθος της ηλικίας και την ευγένια της καταγωγής της.
Οδηγήθηκαν, λοιπόν, στον ηγέμονα, που τους μίλησε με προσποιητή πραότητα λέγοντας:
- Εγώ βλέπω την πολλή σας σύνεση. Ελπίζω, οτι θα θυσιάσετε στον μεγάλο Άρη και δε θα προτιμήσετε αντί της δόξας και της τιμής τον πικρό και επώδυνο θάνατο.
Σ' αυτά τα λόγια του απάντησαν οι Άγιοι με ανδρεία και θάρρος:
- Μη χάνεις τα λόγια σου, άρχοντα. Εμείς το έχουμε μεγάλη ντροπή, ενώ είμαστε λογικά όντα να προσκυνούμε ανόητους θεούς, και ν' αφήνουμε τον αληθινό Θεό. Όσο για τα μαρτύρια με τα οποία μας απειλείς μάθε, οτι φοβούμαστε μήπως είναι ελαφριά και δεν είναι αρκετά για τέλειο μαρτύριο. Δοκίμασε να μας βασανίσεις και θα δείς τη δύναμη του Θεού μας.
Αρχή των βασανιστηρίων
Η απάντηση ήταν απρόσμενη για τον ηγέμονα που οργισμένος διέταξε να τους κτυπούν καθημερινά για είκοσι μέρες. Την εικοστή μέρα τους έφερε πάλι μπροστά του και τους είπε:
- Τώρα που είδατε στην πράξη τον πρόλογο της δυστυχίας σας, πεισθήτε και θυσιάστε.
- Μη κουράζεσαι άδικα, απάντησε με μιά φωνή ο γενναίος χορός. Είναι αδύνατο να σ' ακούσουμε και να θυσιάσουμε στα είδωλα.
Ο ηγέμονας τους αντιμετώπισε πάλι κτυπώντας τους μέχρι που έπεσαν μισοπεθαμένοι. Με συμβουλή του Απελλιανού τους φυλάκισε όλους, για να τους στείλει στον Διοκλητιανό, εκτός από την Ευφημία, που την κάλεσε κοντά του και προσπάθησε να την πλανήσει με κολακείες. Εκείνη του έλεγε:
- Η δύναμη του Χριστού είναι ακατανίκητη. Μη νομίζεις οτι θα με νικήσεις επειδή με βλέπεις γυναίκα.
Τότε ο τύρρανος πρόσταξε να τη γυρίσουν στους τροχούς με ταχύτητα. Τα μέλη της Μάρτυρος κακοποιούντο και πονούσε φοβερά, αλλά ο νους της δεν έφευγε από το Χριστό. Ύψωνε τα μάτια στον ουρανό κι έλεγε:
" Κύριε Ιησού Χριστέ, που σώζεις όσους ελπίζουν σ' εσένα , βοήθησε με. Δείξε, οτι εσύ είσαι Θεός αληθινός"
Ο Θεός απάντησε στην προσευχή της. Αμέσως την έλυσε από τον τροχό και θεράπευσε το σώμα της. Αλλά ο Πρίσκος, πιο τυφλός κι από τους θεούς του, δεν εννοούσε την αλήθεια και φοβέριζε πως θα την κάψει ζωντανή.
Η Ευφημία χωρίς να φοβηθεί από την απειλή αποκρίθηκε:
- Εγώ τύρρανε, αυτή την πρόσκαιρη φωτιά δεν την φοβάμαι. Τρέμω για την αιώνια φωτιά, που καίει, όσους αρνούνται τον Χριστό.
Στο καμίνι της φωτιάς
Ο τύραννος πρόσταξε και άναψαν καμίνι. Ενώ λοιπόν επρόκειτο να την ρίξουν μέσα, ήλθαν οι πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτωρ λέγοντας:
- Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε πρόθυμοι να κάμουμε, οτι μας διατάξεις. Όμως δεν μπορούμε ν' αγγίξουμε το σώμα της παρθένου γιατί βλέπουμε άνδρες με φοβερή όψη, που στέκονται κοντά της και μας απειλούν.
Ο Πρίσκος σ' αυτά τα λόγια απάντησε με μιά διαταγή, να τους φυλακίσουν, επειδή έγιναν χριστιανοί. Ενώ γίνονταν αυτά η Αγία προσευχόταν λέγοντας:
" Ο Θεός, που βλέπεις τα πάντα, Συ, που έσωσες τους Τρείς Παίδας στη Βαβυλώνα, έλα βοηθός και στη δούλη σου, που αγωνίζεται για τη δόξα σου".
Τελικά ο ηγέμονας έστειλε δύο κακούς υπηρέτες, τον Καίσαρα και τον Βάριο, που ήσαν αδίστακτοι και δεν είχαν φόβο Θεού για να ρίξουν την Ευφημία στη φωτιά.
Μέσα στο καμίνι η Αγία δεν έπαθε τίποτα. Η φωτιά χύθηκε έξω και διεσκόρπισε τους ασεβείς. Η δε Ευφημία βγήκε χωρίς να έχουν πάθει τίποτε ούτε τα ρούχα της. Πάλι φυλακίστηκε, και οι δύο πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτορ διατάχθησαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Τότε με γενναίο φρόνημα είπαν:
- Εμείς ανθύπατε, πρωτύτερα είμαστε υποδουλωμένοι σε μεγάλη πλάνη, όπως είσαι και συ ακόμη. Τώρα, όμως, αξιωθήκαμε δια μέσου αυτής της παρθένου να γνωρίσουμε την αλήθεια. Μάθε λοιπόν, οτι δεν θα θυσιάσουμε σε άψυχους Θεούς.
Μετά απ' αυτά τα λόγια τους παραδόθηκαν από τον ηγέμονα στα θηρία. Τα θηρία όμως σεβάσθηκαν τα σώματας τους και δεν κατάφαγαν τις σάρκες, ήπιαν μόνο το αίμα. Τα σώματα τους οι πιστοί τα έθαψαν με ψαλμούς και ύμνους.
Στη δεξαμενή με τα θηρία
Την άλλη μέρα έφεραν πάλι την Αγία στον ηγέμονα, κι αυτός άρχισε να τη φοβερίζει λέγοντας:
- Μέχρι πότε θα ταλαιπωρείς τον εαυτό σου; Μέχρι πότε θα λυπείς τους θεούς και θα οργίζεις τον βασιλιά; Καλό είναι να θυσιάσης.
- Βασιλιά, υπάρχει άλλο φρονιμότερο από το να μη πιστεύει κανείς σε λιθάρια άψυχα και ανόητα;
Ο Πρίσκος τρελλός από οργή διέταξε και κατασκεύασαν στη μέση του σταδίου μεγάλη δεξαμενή. Αφού τη γέμισε νερό έβαλε μέσα όλα τα σαρκοφάγα θηρία της θάλασσας και έρριξε την Αγία.
Εκείνη προσευχόταν με δάκρυα και έλεγε:
" Ιησού, το φώς μου, γίνε βοηθός της αδυναμίας μου, Συ που έκανες την κοιλιά του θηρίου καλό θάλαμο για τον Ιωνά. Σώσε με τώρα για να δοξασθούν όσοι σε προσκυνούν και καταισχυνθούν όσοι σε αρνούνται."
Με το σημείο του σταυρού μπήκε στο νερό η Αγία. Τα θηρία όρμησαν, αλλά μόλις πλησίασαν στο μαρτυρικό της σώμα, λησμόνησαν την τροφή. Κράτησαν την Αγία πάνω τους, σαν να φοβούνταν μήπως πάθει κακό στο νερό.
Ο Πρίσκος μπροστά σ' αυτό το θέαμα απορούσε κι έλεγε:
- Πως από μιά γυναίκα νικήθηκε η φωτιά, οι πληγές, τα θηρία;
Ο Απελλιανός τυφλός από φανατισμό του απάντησε:
- Όλα τα κάνει με μάγια.
- Αλλά γιατί οι Θεοί που μισούν τα πονηρά έργα δεν την τιμωρούν;...
Στο λάκκο με τα καρφιά
Έπειτα ετοίμασαν άλλο λάκκο στρωμένο με καρφιά και σκεπασμένο από πάνω με λίγο χώμα. Η Αγία όμως πέρασε χωρίς να πάθει το παραμικρό. Μερικοί άλλοι που προσπάθησαν να περάσουν, έπεσαν στα κοφτερά όργανα και θανατώθηκαν.
Η Αγία στο μεταξύ ευχαριστούσε το Θεό, που την έσωσε κι έλεγε:
" Ποιός θα λαλεί την δύναμη των έργων σου και θα κάνει ξακουστές τις ευχαριστίες για Σένα, Κύριε;" Με φύλαξες από πληγές και μαστιγώσεις, από φωτιά και θηρία, από νερό και λάκκο. Τώρα σώσε την ψυχή μου από τα χέρια του εχθρού της ανθρώπινης φύσης.
Το τέλος της Αγίας
Τώρα ο Πρίσκος επινοεί άλλο τρόπο για να ξεκάμει την Αγία. Την καλεί και με προσποιητή ευγένεια της λέει:
- Εσύ, σαν γυναίκα, πλανήθηκες. Εμείς δεν πρέπει να δείξουμε τόσο θυμό εναντίον σου. Συγχώρησε μας και θυσίασε στον Άρη. Αν θυσιάσεις, θα ζήσεις με ευτυχία, όπως σου πρέπει, γιατί και όμορφη είσαι και από ευγενική οικογένεια κατάγεσαι.
- Σταμάτησε άρχοντα, τις φλυαρίες. Εγώ να θυσιάσω στους δαίμονες έπειτα από τόσες ευεργεσίες, που έτυχα από τον Κύριο μου; Άφησε, δυστυχισμένε, την υποκρισία και κάμε οτι σου λέει ο διάβολος που σε συμβουλεύει.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε άλλα βασανιστήρια, αλλά το σώμα της εξακολουθούσε να μένει ανέπαφο. Την έφεραν πάλι στο στάδιο για ν' αντιμετωπίσει θηρία. Η Αγία λυπόταν γιατί δεν αξιωνόταν να φύγει προς το Νυμφίο της και έλεγε αυτά προσευχομένη:
" Κύριε μου έδειξες την ανίκητη δύναμη σου, με έκαμες δυνατή στις πληγές και στα βασανιστήρια. Καθώς δέχτηκες τη θυσία και τα αίματα των μαρτύρων σου που μαρτύρισαν πριν από εμένα, δέξου και τη δική μου θυσία και παράλαβε την ψυχή μου".
Ενώ τέτοια ζητούσε με την προσευχή της, άφησαν εναντίον της τέσσερα λιοντάρια και τρείς αρκούδες. Τα θηρία, αφού πλησίασαν άρχισαν να φιλούν με ευλάβεια τα πόδια της Μάρτυρος. Μιά από τις αρκούδες δάγκωσε την Αγία χωρίς να προξενήσει πληγή, έγινε όμως αφορμή να φύγει η Ευφημία προς τον ουρανό.
Ήταν τότε η 16η Σεπτεμβρίου, κατά την επικρατέστερη γνώμη, του 303 μ.Χ. Μόλις ξεψύχησε φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, που έλεγε:
- Έλα προς τον Κύριο, συ που αγωνίστηκες τον καλό αγώνα για να λάβεις τους μισθούς για τα μαρτύρια, που υπέστης.
Μαζί με τη φωνή έγινε μεγάλος σεισμός που προξένησε τον πανικό στους κατοίκους.
Όταν βρήκαν ευκαιρία κατάλληλη οι γονείς της Αγίας πήραν το πολύτιμο εκείνο σώμα και το έθαψαν κοντά στη Χαλκιδόνα. Δεν έκλαιγαν, αλλά εχαίροντο, που αξιώθηκαν να γίνουν γονείς μιάς τέτοιας κόρης.
Το τίμιο λείψανο της έγινε αίτιο πολλών θεραπειών και θαυμάτων.
Ένα από τα θαύματα της
Στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, το 410, κάποιος μοναχός και ιερέας, ο Ευτύχιος, έγινε αρχηγός αιρέσεως. Ισχυριζόταν οτι ο Κύριος ημώς Ιησούς Χριστός έχει μόνο μια φύση και μιά ενέργεια Θεότητας. Αυτός καθηρέθη από τον Άγιο Φλαβιανό, Πατριάρχη Κων/πόλεως. Αλλά ο Ευτύχιος δεν έπαυσε να ταράσσει την Εκκλησία μέχρι που πέθανε ο Θεοδόσιος.
Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μαρκιανός, διέταξε να συγκροτηθεί Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκιδόνα το 451 μ.Χ. για να εξετασθή το θέμα. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εξακόσιοι τριάντα επίσκοποι και συγκρότησαν την Αγία Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Αφού συζητήθηκε το όλο θέμα καταδίκασαν τη πλάνη και αναθεμάτισαν τον Ευτύχιο. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν πείθονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, οι Πατέρες έκαναν το εξής·
Έγραψαν και οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες σε δύο ξεχωριστά βιβλία τις απόψεις επί του θέματος. Έπειτα άνοιξαν τη θήκη, που περιείχε το λείψανο της Αγίας Ευφημίας, και τοποθέτησαν τα δύο βιβλία στο στήθος της Αγίας. Μετά από ορισμένο χρόνο άνοιξαν πάλι τη θήκη και είδαν το βιβλίο των Ορθοδόξων, που περιείχε και την απόφαση της Συνόδου, να το κρατά η Μάρτυς στην αγκαλιά της.
Απ' αυτό το θαύμα οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχθηκαν στην πίστη και δόξασαν τον Θεό, οι δε αιρετικοί κατανικήθηκαν.
Το Πατριαρχείο μετέφερε μαζί του στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, το ιερό λείψανο της Αγίας Ευφημίας, όπου στο δεξιό μέρος αυτού του ναού έγινε παρεκκλήσι της Αγίας Ευφημίας την εποχή του Πατριάρχη Κων/πόλεως Γρηγορίου.
Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της τη 16ην Σεπτεμβρίου, τη δε μνήμη του θαύματος που συνέβη τότε στη Χαλκιδόνα, την 11ην Ιουλίου.
Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος
" Ο Απόστολος Βαρνάβας"



Όταν η αγία Ευφημία πήγε στον πατέρα Παϊσιο


Ηταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια».
-Ποιός, Γέροντα;
-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.
-Τί συμβαίνει, Γέροντα;
-Θα σου πω, αλλά μην το πής σε κανέναν.
Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγή για ένα εκκλησιαστικό θέμα. Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελλί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέη: «Δι΄ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:
«Πως βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:
-Ποιος είναι;
-Η Ευφημία, απαντά.
»Σκεφτόμουν, «ποιά Ευφημία; Μήπως καμμιά γυναίκα έκανε καμμιά τρέλλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τί να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά πού χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, πού είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελλί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνώδευε κάποιος, πού έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποιά είναι·
-Η μάρτυς Ευφημία, άπαντα.
-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, ελα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και σύ.
Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υϊού». «Και του Υϊού», είπε με ψιλή φωνή.
-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατώτερα.
»Ένώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελλί μου. Στην άρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελλιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά -«Και του Αγίου Πνεύματος»- μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.
»Ύστερα κάθησε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία πού είχα (στό εκκλησιαστικό θέμα).
»Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πά, πά, πά!
-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Αν ήξερα τί δόξα έχουν οί Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.
»Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».
Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».
Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ενα θέμα πού είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».
Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πής ήταν καμμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».
Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ήνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χρίστου η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».
Και ενα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», πού άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).
Παρά την συνήθεια του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθεια του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.
Ό Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά είκονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».
Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228
Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος
Άγιον Όρος, 2004