Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος

Σαν πιθανότερη χρονολογία της γέννησης του είναι το έτος 1690 και τόπος η Ν. Ρωσία (Ουκρανία). Και τούτο, γιατί στους πολέμους που άρχισαν το 1711 και τελείωσαν το 1718, είναι στρατιώτης του Τσαρικού Στρατού, του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας, μαχόμενος για την υπεράσπιση της πατρίδας του. Γαλουχημένος με τα νάματα της Ορθοδοξίας από τους Χριστιανούς γονείς του, τον συγκλονίζει η φρίκη του πολέμου, τα χιλιάδες παλληκάρια, γυναικόπαιδα, γέροι που κείτονται νεκροί στο πέρασμα της λαίλαπας, της πολεμικής μανίας των εχθρών Τούρκων.


Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ, με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες του, αιχμαλωτίζεται και οδηγείται στην Κωνσταντινούπολη. Απ’ εκεί στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που διατηρούσε στρατόπεδο των Γενιτσάρων.

Καταδικασμένος ψυχολογικά στην περιφρόνηση και το μίσος των Τούρκων, είναι ο «κιαφίρ», ο «άπιστος», που του αξίζουν σκληρά βασανιστήρια. Και τον χτυπούν με χοντρά ξύλινα ραβδιά, τον κλωτσούν, τον φτύνουν, του καίνε τα μαλλιά και το δέρμα της κεφαλής του με πύρινο τάσι. Τον πετούν στις κοπριές του σταύλου και τον υποχρεώνουν να ζει με τα ζώα.

Υπομένει όμως όλα τα βασανιστήρια με καρτερία και αξιοθαύμαστη γενναιότητα, αφού ολόκληρος από τα παιδικά του χρόνια είναι δοσμένος στο Χριστό, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δαμάζει τη θηριωδία των Τούρκων, οι οποίοι έκπληκτοι τον ονομάζουν «βελή», άγιο.

Σε συνεστίαση Τούρκων αξιωματούχων, θαυματουργικά έστειλε με Άγγελο Κυρίου φαγητό σε χάλκινο πιάτο από το Προκόπιο της Μ. Ασίας στην Μέκκα της Αραβίας και ο Τούρκος Αγάς το έφαγε εκεί ζεστό· επιστρέφοντας έδειξε το πιάτο με το οικόσημο στους αξιωματούχους, τρεις μήνες μετά. Το θαύμα αυτό που έγινε από τον Όσιο κατά παραχώρηση του Κυρίου, σταμάτησε το μίσος και την αδιάλλακτη μανία των βασανιστών του. Η πνευματική και ηθική ακτινοβολία του εδάμασε τη θηριωδία των Τούρκων.

Ένα στήριγμα είχα σε όλους τους αγώνες του και μια παρηγοριά στην τραχειά ζωή των βασανιστηρίων. Κατέφευγε σε προσευχές, γονυκλισίες, αγρυπνίες και κοινωνούσε κρυφά από τους Τούρκους τα Άχραντα Μυστήρια. Η Θεία Κοινωνία κάθε Σάββατο ήταν η μεγάλη του ξεκούραση και ανάπαυση. Τελευταία ημέρα, 27 Μαΐου του 1730, ειδοποίησε τον ιερέα και εκείνος του πήγε τη Θεία Κοινωνία μέσα σε ένα μήλο που το είχε κουφώσει. Κοινώνησε εκεί στο σταύλο για τελευταία φορά. Η πρόσκαιρη αιχμαλωσία του, η δεινή κακοπάθεια πήραν τέλος· ο θαυμαστός Όσιος Ιωάννης πέρασε στην αιώνια αγαλλίαση και μακαριότητα, μόλις πήρε τα Άχραντα Μυστήρια.

Οι ιερείς και πρόκριτοι Χριστιανοί του Προκοπίου, με άδεια του Τούρκου, πήραν το σώμα. Με συγκίνηση και δάκρυα, μέσα σε βαθειά κατάνυξη και ευλάβεια, ο μέχρι χθες δούλος και σκλάβος κηδεύεται από Χριστιανούς - Τούρκους - Αρμενίους σαν αφέντης και δεσπότης. Σήκωσαν στον ώμο τους το πολύαθλο εκείνο σώμα, με θυμιατά και λαμπάδες, με ευλάβεια και προσοχή το οδήγησαν σε έναν τάφο στο Χριστιανικό κοιμητήριο, εναποθέτοντάς του στη μάνα γη. Ο γέροντας ιερέας που κάθε Σάββατο άκουγε τον πόνο και τα βασανιστήριά του και τον κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια, είδε στον ύπνο του τον Όσιο Ιωάννη τον Νοέμβριο του 1733. του είπε ο Όσιος ότι το σώμα του έχει μείνει με τη χάρη του Θεού μέσα στον τάφο ακέραιο, ολόκληρο, αδιάφθορο, όπως το έβαλαν πριν 3 ½ χρόνια, ζητώντας του να κάνουν εκταφή και εκείνος θα είναι μαζί τους ως ευλογία Θεού στους αιώνες. Μετά τους δισταγμούς του ιερέα, κατά θεία παραχώρηση, ένα ουράνιο φως φωτίζει τον τάφο του οσίου σαν πύρινος στύλος. Οι Χριστιανοί άνοιξαν τον τάφο και ω του θαύματος! Το σώμα του Οσίου βρέθηκε ακέραιο, αδιάφθορο και μυρωμένο με αυτή τη θεία ευωδία που συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα. Με πνευματική ευφροσύνη και ευλάβεια σήκωσαν, πήραν στην αγκαλιά τους αυτό το θείο δώρο, το ιερό λείψανο και το μετέφεραν στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, στον οποίο αγρυπνούσε ο Όσιος! Από την ημέρα εκείνη, μπήκε το ιερό σώμα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας του Χριστού.


Σε μια εσωτερική διαμάχη και σύρραξη μεταξύ Σουλτάνου και Ιμπραήμ της Αιγύπτου ο απεσταλμένος Πασάς του Σουλτάνου, Οσμάν, καίει το ιερό λείψανο για να εκδικηθεί τους Χριστιανούς. Το ιερό σώμα οι Τούρκοι το είδαν να παίρνει κίνηση μέσα στη φωτιά. Έντρομοι εγκαταλείπουν το ανίερο έργο τους και φεύγουν. Την άλλη μέρα μετά την αποχώρηση των Τούρκων οι Χριστιανοί ανασηκώνουν τις στάχτες και τα κάρβουνα και βρήκαν σκεπασμένο ολόκληρο το ιερό σώμα. Δεν είχε πάθει τίποτε, αλύγιστο και μυρωμένο, του έμεινε μόνο το μαύρισμα από τους καπνούς και το πύρωμα.

Όπως είδαμε ο Όσιος έζησε με εγκράτεια, αγνότητα, νηστείες, προσευχές, δόξασε τον Θεό ανάμεσα σε αλλοδόξους και αλλοπίστους και ο Θεός του απάντησε δοξάζοντάς τον στον Ουρανό και στη γη. Μπροστά στη Λάρνακα που είναι το Άγιό του σώμα, στην Καππαδοκία, παράλυτοι περπατούν, τυφλοί βλέπουν, δαιμόνια φεύγουν, άλλες ανίατες αρρώστιες θεραπεύονται. Όχι μόνο Ορθόδοξοι, αλλά και Αρμένιοι, Διαμαρτυρόμενοι και Τούρκοι αιχμαλωτίζονται από τα θαύματά του. Στην απόγνωση και τη δυστυχία τους καταφεύγουν στον Όσιο. Η γλώσσα του Οσίου σιωπά, αλλά διαλαλούν τα θαύματά του. Κοιμάται το ιερό λείψανο, αλλά κηρύττουν την παρουσία του τα θαυμαστά γεγονότα. Γίνεται εκεί ένα μεγάλο προσκύνημα που δεσπόζει στην κεντρική Καππαδοκία και το οποίο παραμένει εκεί ως το 1924.

Πίστη …εκατό χιλιομέτρων!.. (ένα από τ απολλά θαύματα του Αγίου)


Στην Ιστιαία της Βόρειας Εύβοιας γεννήθηκε ένα βρέφος με τα πόδια γυρισμένα και κολλημένα στις πλάτες του! Τρεισήμισι χρόνια οι γονείς του αγωνίζονταν με τους γιατρούς! Ώσπου μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις, οι γιατροί αποκόλλησαν τα πόδια από τους ώμους του παιδιού και τα έφεραν στην ευθεία τους:


«Ό,τι είχαμε να κάνουμε το κάναμε. Το παιδί όμως δεν θα περπατήσει, γιατί σχεδόν δεν υπάρχουν νευρώσεις στα πόδια του. Πηγαίνετε κι όπως σας έχει ο Θεός»…

Στο σπίτι, ο πατέρας βλέποντας το παράλυτο παιδί του στο κρεβάτι, θυμήθηκε τον Όσιο Ιωάννη το Ρώσο και λέει τότε με ένα πόνο αβάσταχτο:

«Αϊ Γιάννη μου, πώς θα βλέπω σ΄ όλη μου τη ζωή αυτό το δύσμοιρο παιδί μου κατάκοιτο; Πώς θα σηκώσω αυτό το φορτίο; Έχεις κάνει τόσους καλά σ΄ όλο τον κόσμο, κάνε τούτο το φτωχό να στεριώσει στα πόδια του, να περπατήσει! Ξυπόλητος θα έρθω στη χάρη σου! Δε μου έχει απομείνει τίποτε να σου φέρω δώρο. Ένα ζωντανό αρνάκι έχω μόνο στον κήπο. Αυτό θα σου φέρω».

Και πράγματι κίνησαν ξυπόλητοι! Πότε ο πατέρας το παιδί στον ώμο, πότε η μάνα το αρνί, δυόμισι μέρες και νύχτες περπατούσαν μέσα στα δύσβατα δάση και τους γκρεμούς της βόρειας Εύβοιας, από την Ιστιαία ως το Προκόπι, με την κρυφή ελπίδα ότι ένας Άγιος θα άκουγε τους πόνους και θα έδινε ό,τι ποθούσαν.

Όταν επιτέλους φτάνουν μετά από 100 ολόκληρα χιλιόμετρα εξαντλητικής πορείας, γίνεται στην Εκκλησία του Οσίου θερμή Παράκληση στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, μπροστά ακριβώς στο ιερό, ολόσωμο, άφθαρτο λείψανό του!

Ψάλει ο Ιερέας, κλαίνε πατέρας και μάνα, βουβό το παιδάκι κοιτάζει ξαπλωμένο επάνω στο μάρμαρο όπου στηρίζεται η Λάρνακα του Οσίου, βελάζει το αρνάκι-τάμα, δεμένο καθώς είναι και όλα μαζί ένας ύμνος, ένας πόνος αβάσταχτος, ένα δράμα, από τα αμέτρητα που ζουν συνάνθρωποι δίπλα μας και δεν τους παίρνουμε πολλές φορές είδηση.


Το βράδυ οι γονείς δε θέλουν κοιμηθούν στον ξενώνα της Εκκλησίας ή σε ξενοδοχείο, παρά στρώνουν ένα στρωσίδι μπροστά στην κλειδωμένη πόρτα της Εκκλησίας… Περασμένα μεσάνυχτα, ο πατέρας ξυπνάει το παράλυτο παιδί του. Ξυπνάει και η γυναίκα του ταυτόχρονα και του λέει:

«Αναστάση, τι ώρα είναι, γιατί ξυπνάς το παιδί, τι το θέλεις»;

«Ξύπνα γυναίκα και ο Άγιος έχει κάνει το θαύμα του! Σήκω παιδί μου, άιντε, ρίξε μου λίγο νερό να πιω. Στην άκρη ήταν ένα κανάτι με νερό. Δεν διψάει για νερό ο πατέρας. Διψάει να δει το θαύμα. Και το παιδί σηκώνεται και κάνει τα πρώτα βήματα της ζωής του!!!


Οι γονείς φωνάζουν μέσα στη νύχτα! Ξυπνάει το χωριό, ξυπνάνε οι ξένοι προσκυνητές και ζουν το θαυμαστό γεγονός της ενέργειας του Θεού δια του Αγίου Του!

Κι από τότε, κάθε χρόνο, ένα λεβεντόπαιδο, μ΄ ένα ζωντανό αρνάκι στην αγκαλιά του, κάθε χρόνο προς το φθινόπωρο, φέρνει το τάμα της ζωής του στον Όσιο. Αγκαλιάζει το Ιερό Λείψανο και το ασπάζεται πολλές πολλές φορές κι ύστερα γυρίζει στον αγώνα της ζωής. Μιας ζωής, που χάρη στη μεσιτεία του Οσίου, είναι από τότε αλλιώτικη!..

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Στέλιος Κούλογλου: Εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου !!!

Πως οι χώρες και οι οικονομίες τους στοχοποιούνται, ανάλογα με τους φυσικούς πόρους που διαθέτουν και μπαίνουν στο στόχαστρο προς αφαίμαξη .... πως οι λαοί χάνουν τα δικαιώματά τους σε μία νύχτα .... όλος ο μηχανισμός της δολιότητας !!!!



















Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Παρακλητικός κανόνας στον Άγιο Εφραίμ Ν. Μάκρης ....

Την ευλογία του αγίου να έχουμε σήμερα ημέρα της εορτής του ....


Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ψαλμός 142

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου.

Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν.

Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου˙ ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.

Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκροὺς αἰῶνος˙ καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμὲ τὸ πνεῦμα μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.

Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων.

Διεπέτασα πρὸς Σὲ τάς χεῖρας μου˙ ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι.

Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.

Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.

Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοὶ ἤλπισα.

Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς Σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.

Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε˙ πρὸς Σὲ κατέφυγον˙ δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου.

Τὸ πνεῦμα Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με.


Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου, ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου˙ ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σου εἰμι.

Ἦχος δ.΄

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον Αὐτοῦ.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, και έστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

Θεός Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εὐαρεστήσας τῷ Θεῷ ἀθλοφόρε καὶ δι’ ἀσκήσεως λευκάνας σου τὸν χιτῶνα καὶ χάριν ἐνδυσάμενος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Πάτερ προθύμως εἰσεχώρησας μαρτυρίου ἀγῶνας καὶ ὡς Ἁγνὴ περιστερὰ ἔνθα τὰ σκηνώματα κατεπαύθης Ἁγίων, ἔνθα ἀναμέλπουσι τὸν Τρισάγιον Ὓμνον. Διὸ Ἐφραὶμ θαυματουργέ, μὴ διαλείπης πρεσβεύων πρὸς Κύριον. (δίς)

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Τῇ Θεοτόκω ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν,ἁμαρτωλοὶ καὶ

ταπεινοὶ καὶ προσπέσωμεν,ἐν μετανοίᾳ, κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς˙Δέσποινα βοήθησον, ἐφ’ ἡμῖν σπλαγχνισθεῖσα˙

σπεῦσον ἀπολλύμεθα, ὑπὸ πλήθους πταισμάτων˙ μὴ ἀποστρέψῃς Σούς δούλους κενούς˙ Σὲ γὰρ καὶ μόνην ἐλπίδα κεκτήμεθα.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, τάς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι˙ εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνωνϗ Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρουςϗ Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ Σοῦ˙ Σούς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός 50

Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.

Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντός.

Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε.

Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.

Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι.

Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.

Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.

Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.

Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεὸς καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.

Μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου, καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ.

Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.

Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσι.

Ρύσαὶ μὲ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τὴν δικαιοσύνην Σου.

Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου.

Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν˙ ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.

Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον˙ καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.

Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.

Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.

Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.


ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὁ Εἰρμός.

Ὑγρὰν διοδεύσας ὡσεὶ ξηράν, καὶ τὴν αἰγυπτίαν, μοχθηρίαν διαφυγών, ὁ Ἰσραηλίτης ἀνεβόα˙ Τῷ Λυτρωτῇ καὶ Θεῷ ἡμῶν ᾄσωμεν.

Ἅγιε του Θεού πρεσβευε υπέρ ημών.

Πολλοῖς συνεχόμενος συμφοραῖς, ἀσθενείαις πικραῖς καὶ τυραννικαῖς, πίστει προσέρχομαι τῇ σορῷ σου, ἴασαί με Ἅγιε τῇ μεσιτείᾳ σου.

Ἐδόθη σοι χάρις παρὰ Θεῦ, θεραπεύειν τάς νόσους τῶν ποικίλων ἀσθενειῶν, ἔγειρόν κείμενον χαλεπῆς ἀσθενείας, ὅπως δοξάζω σε, Ἅγιε Ἐφραίμ, τὸν Σωτῆρα μου.

Βυθῷ ἁμαρτίας περιπεσών, ἐξ ἐχθρῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν, ἴασιν παρασχου μοι τῷ σῷ ἱκέτῃ, μετὰ δακρύων βοᾷ σοι ὁ δοῦλος σου.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Δέσποινα Παρθένε Μήτηρ Θεοῦ, μὴ παύσεις πρεσβεύειν ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς ἔνδοξος Μητέρα τοῦ Ὑψίστου, ἵνα ἐλεήσῃ με καὶ σώσῃ με ἐκ τῶν πολυχρονίων μου νόσων Πανάμωμε.

Ὠδὴ γ΄.

Οὐρανίας ἁψῖδος, ὀροφουργὲ Κύριε, καὶ τῆς Ἐκκλησίας δομῆτορ, Σύ με στερέωσον, ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ Σῇ, τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε.

Ἀπορήσας εἰς τέλος ὀδυνηρῶς κράζω σοι, πρόφθασον Ἐφραὶμ τῶν βοώντων σοι καὶ τὴν Ἁγίαν σου χεῖρα ἔκτεινον, ἔγειρόν με τῆς κλίνης καὶ τὴν ὑγείαν παράσχου μοι τῷ δούλῳ σου Ἅγιε.

Ἁμαρτιῶν μου τῷ βάρει νυνὶ συνέχομαι καὶ τῷ πελάγει τῶν θλίψεων ὅλων ἐκτίων με, πρόφθασον θερμῆ σου ἱκεσίᾳ καὶ τὸν πολέμιον νῦν ἐξολόθρευσον καὶ εἰς τέλος ἐξαφάνισον Ὅσιε, Πατὴρ ἡμῶν Ἐφραὶμ Ἱερώτατε καὶ γαλήνην παρασχου τῇ καρδίᾳ μου.

Ἰάσεων πηγὴ ὑπάρχεις ἀνεξάντλητος Ἐφραὶμ ἱερουργὲ τῶν Ἀγγέλων Ἰσάγγελε, ὅθεν ὑμνοῦμεν σου τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ θεῖα μαρτύρια, ἅ υπέστης διά Χριστόν τον Νυμφίον, Ὅν ἀπαύστως ἱκέτευε Ὅσιε, ἐλεηθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Χαλεπαῖς ἀρρωστείαις νῦν περιπέπτωκα, Ὑπεραγία Παρθένε Σύ μοι βοήθησον τὴν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατέθηκα,


ὁ ταπεινός, μὴ μὲ παρίδῃς Ἀγαθὴ Δέσποινα, σῶσον με Ἁγνὴ τῷ Υἱῷ Σου, ὅπως ρυσθήσομαι τῆς κολάσεως.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους Σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς Σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

(Μνημονεύομεν ἐκείνους δι΄οὕς ἡ Παράκλησις τελεῖται)

Κύριε ἐλέησον. (12 φορές)

Κάθισμα ἦχος β΄.

Ἰάσεων πηγὴ ὑπάρχεις ἀνεξάντλητος Ἐφραὶμ ἱερουργὲ τῶν Ἀγγέλων Ἰσάγγελε, ὅθεν ὑμνοῦμεν σου, τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ θεῖα μαρτύρια, ἃ ὑπέστης διὰ Χριστὸν τὸν Νυμφίον, Ὂν ἀπαύστως ἱκέτευε Ὅσιε, ἐλεηθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πρεσβεία θερμή, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν Σοι˙ Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα.

Ὠδὴ δ΄. Ὁ Εἱρμός.

Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας Σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα Σου, καὶ ἐδόξασά Σου τὴν Θεότητα.

Τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄστατον σύ κυβερνήτης γενοῦ μοι ἀοίδιμε, σύ κατεύνασον τὸν τάραχον καὶ γαλήνην παρασχου τῇ καρδίᾳ μου.

Σὲ ἐπικαλοῦμαι Ἅγιε Ἐφραὶμ ἱερώτατε, σύ γενοῦ μοι βοηθὸς τῆς ταλαιπώρου μου ψυχῆς, σὲ ἐπικαλοῦμαι ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρᾳ πρόφθασον Ἅγιε Ἐφραὶμ καὶ σῶσον τὸν δοῦλον σου τῆς παρούσης ἀνάγκης.


Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Θεοτόκε Παρθένε μὴ παρίδης ἡμᾶς τοὺς ἀθλίως κινδυνεύοντας, λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καὶ πάσης ἀσθενείας πικράς.

Ὠδή ε΄.

Φώτισον ἡμᾶς, τοῖς προστάγμασί Σου, Κύριε, καὶ τῷ βραχίονί Σου τῷ ὑψηλῷ, τὴν Σὴν εἰρήνην, παράσχου ἡμῖν φιλάνθρωπε.

Ἐλέησον Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, Ἐφραὶμ θαυματουργὲ Ἱερώτατε καὶ ὁδήγησον ἡμᾶς ἐπὶ λιμένα θελήματος τοῦ Ὑψίστου ὅπως ψάλλομεν, Ἀλληλούια.

Στήριξον ἡμᾶς ἐπὶ πέτραν τῆς πίστεως δι’ ἥν ἤθλησας Μακάριε καὶ τῷ αἵματί σου τῷ ἁγίῳ ἐστήριξας τὴν Ἐκκλησίαν

τοῦ Χριστοῦ και τάς σαλευομένας καρδίας ἡμῶν Ἅγιε Ἐφραίμ.

Μὴ παρίδης ἡμῶν τάς δεήσεις Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, θεράπων, ἱερουργὲ Ἐφραὶμ Ἱερώτατε, γνήσιε φίλε τοῦ Χριστοῦ. Σοῦ δεόμεθα καὶ σὲ παρακαλοῦμεν μὴ παύσης πρεσβεύων ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Χαῖρε Θεοτόκε Δέσποινα ἡ Πάντων Χαρά, ἡ Ἐλπὶς ἡ ἀκαταίσχυντος, Χαῖρε Μαρία Ἄχραντε τῶν ἐπικαλουμένων ἡ βοήθεια, Χαῖρε τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἡ Θεία παράκλησις.

Ὠδὴ στ΄.

Τὴν δέησιν ἐκχεῶ πρὸς Κύριον, καὶ Αὐτῷ ἀπαγγελῶ μου τάς θλίψεις˙ ὅτι κακῶν ἡ ψυχή μου ἐπλήσθη, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾃδῃ προσήγγισε˙ καὶ δέομαι ὡς Ἰωνᾶς. Ἐκ φθορᾶς, ὁ Θεὸς με ἀνάγαγε.

Την δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχρὰν καὶ τὰ δάκρυά μου Ἅγιε μὴ παραβλέψης, ὅτι ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἕως Ἄδου κατεβίβασαν τὴν ζωήν μου, ἀλλ’ ὡς συμπαθής τε ἰατρὸς καὶ ἐλεήμων, ἴασιν παρασχου τῷ ἱκέτῃ σου.

Παρρησίαν μεγίστην πρὸς τὸν Δεσπότην πλουτεῖς Ἱερώτατε αἴτησαι εἰρήνην τῷ κόσμῳ καὶ τὴν ὑγείαν παρασχου τοῖς δούλοις σου Ἅγιε, ἔγειρόν με τῆς κλίνης ἵνα σὲ κατὰ χρέος ὑμνῶ τὸν σωτῆρα μου.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Διάσωσον ἀπὸ παντοίων νόσων τοὺς δούλους σου Ἅγιε Ἐφραὶμ Ἱερώτατε, ὅτι πολλὴν τὴν παρρησίαν πλουτεῖς, διὸ μὴ παρίδης ἡμᾶς κινδύνων Ἱερώτατε.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

(Μνημονεύομεν ἐκείνους δι΄οὕς ἡ Παράκλησις τελεῖται)

Κοντάκιον ἦχος β΄.

Προστάτης θερμὸς τῶν ἐπικαλουμένων σε, ὑπάρχεις Ἐφραὶμ Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα, μὴ παρίδης τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, ἀλλὰ πρόφθασον ὡς συμπαθὴς εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν ἐν χαλεπαῖς ἀσθενείαις κατακειμένων, ἵνα πόθῳ βοῶμεν ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.


Ἀ’ Ἀντίφωνον τῶν Ἀναβαθμῶν τοῦ δ΄ Ἢχου.

Ἐκ νεότητός μου, πολλὰ πολεμεῖ με πάθη, ἀλλ’ αὐτὸς ἀντιλαβοῦ, καὶ σῶσον, Σωτήρ μου. (Δίς)

Οἱ μισοῦντες Σιών, αἰσχύνθητε ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὡς χόρτος γάρ, πυρὶ ἔσεσθε ἀπεξηραμμένοι. (Δίς)



Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἁγίῳ Πνεύματι, πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει, ὑψοῦται, λαμπρύνεται, τῇ Τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀναβλύζει τὰ τῆς χάριτος ρεῖθρα, ἀρδεύοντα, ἅπασαν τὴν κτίσιν, πρὸς ζωογονίαν.

Προκείμενον.

Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι. (δίς)

Στίχ. ε΄. Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου, τὸ Ἀνάγνωσμα.

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε αὐτὰ ἐκβάλλειν καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων. Εἰς ὁδὸν Ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε, πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενούντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε, δωρεὰν ἐλλάβετε, δωρεὰν δότε.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλέημων, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλέημον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Μὴ ἀποστερήσης με τὸν πλανηθέντα ἀπάτῃ τοῦ δολίου δράκοντος τοῦ ποτέ ἐξώσαντος τοὺς προπάτορας, θλίψεις μὲ ἐκύκλωσαν καὶ χαλεπαῖς ἀσθένιαι καὶ οὐκ ἔχω πλὴν σου ἄλλην καταφυγὴν καὶ βοήθειαν καὶ παραμυθίαν ὁ ἄθλιος πρὸς σὲ καταφεύγω τὸν μέγα τῆς ψυχῆς μου Ἰατρόν, Ἐφραὶμ ὁσίων τὸ καύχημα,

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Άγιος Γεώργιος


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ


Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος

Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκεία από ευσεβείς γονείς και έμεινε ορφανός από πατέρα, όταν ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματα της . Ο Γεώργιος παρ' όλο που ήταν μικρός, κατατάχθηκε στον στρατό, προήχθηκε δε σε μεγάλα αξιώματα και έπαιρνε μέρος στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ .

Από την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Διοκλητιανός, το 283μ.χ., η Χριστιανική Εκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί επικρατούσε ειρήνη. Οι Χριστιανοί πήραν πολλές δημόσιες θέσεις, έκτισαν πολλούς και μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεία και οργάνωσαν την διοίκηση και τη διαχείριση των εκκλησιών και της φιλανθρωπίας .

Ο Διοκλητιανός αρχικά εργάστηκε για την οργάνωση του κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς για βοηθούς του που τους ονόμασε αυτοκράτορες και Καίσσαρες κι αφού πέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του κράτους και να σταθεροποιήσει τα σύνορα του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς, στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής Θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρία. Γι' αυτό το λόγο λοιπόν, κάλεσε τους βοηθούς του Καίσσαρες το 303 μ.χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Ανάμεσα τους βρισκότανε και ο Γεώργιος, που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους .

Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της Χριστιανικής πίστης. Πρώτος μίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σε όλους ν' αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική Θρησκεία από το Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος σηκώθηκε και είπε: "Γιατί, βασιλιά και άρχοντες, θέλετε να χυθεί αίμα δίκαιο και άγιο και να εξαναγκάσετε τους Χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα;" Και διακήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής Θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.

Μόλις τέλειωσε, όλοι συγχυστήκανε μ' αυτή την ομολογία του και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε, καταπραΰνοντας έτσι και τον Διοκλητιανό. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διακήρυσσε την Χριστιανική του πίστη.

Στη φυλακή

Οργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή κα να του περισφίγξουν τα πόδια στο ξύλο και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα, να βάλουν πάνω στο στήθος του μεγάλη και βαριά πέτρα .

Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιο για να τον ανακρίνει . Και πάλι αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα διακήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε από τα λόγια του και διέταξε τους δήμιους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό για να κομματιαστεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύτηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα . Ο Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε να δοκιμαστεί και δέχτηκε με ευχαρίστησε να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που χώριζε σε μικρά λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω γύρω από τον τροχό υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που μοιάζανε με μαχαίρια. Πραγματικά μόλις ο τροχός κινήθηκε τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε : "Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου" και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντας τον από τον τροχό και θεραπεύτηκε όλο το καταπληγωμένο σώμα του .

Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημα του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό που είχε πάει με άλλους να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μερικοί δε ισχυριζόντουσαν ότι είναι κάποιος που του μοιάζει και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Καθώς όμως σχολιάζανε το γεγονός, εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.

Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό και αφού ρίξουν μέσα τον Γεώργιο, να τον αφήσουν μέσα τρεις μέρες και τρεις νύχτες έτσι που να διαλυθούν και τα κόκκαλα του.

Πραγματικά οι δήμιοι ρίξανε τον Άγιο στον ζεματιστό ασβέστη και κλείσανε το στόμα του λάκκου. Μετά από τρεις μέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν το λάκκο. Με μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο, μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό, που φώναζε: "Ο Θεός του Γεωργίου είναι μεγάλος". Ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιο, πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πως τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και δύναμης και όχι μαγείας και γοητείας.

Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφτηκε να φωνάξει του άρχοντες για να συσκεφτούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιο . Και αφού τον δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια και καταπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, που έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιο να λάμπει σαν Άγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το φαινόμενο αυτό οφειλόταν στις μαγικές του ικανότητες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο, για να λύσει τα μάγια του Γεωργίου.

Αβλαβής από το δηλητήριο

Ήλθε, λοιπόν ο μάγος Αθανάσιος, κρατώντας στα χέρια του δύο πήλινα αγγεία, όπου υπήρχε δηλητήριο. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο.

Αμέσως οδήγησαν τον Άγιο στον Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιο. Ο βασιλιάς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε , λέγοντας : "Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμον τι πίωτιν, ου μη αυτούς βλάψει, θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου". Και δεν έπαθε απολύτως τίποτα!

Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε απόλύτως τίποτα, ο βασιλιάς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο αγγείο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό . Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτό το θαύμα. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επειμένει ότι για να μήν πεθάνει ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, αφού εγονάτισε μπροστά στον μάρτυρα, ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και εφόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, που ομολόγησε την πίστη της στον αληθινό Θεό. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου

Ο Άγιος Γεώργιος κλείστηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στ' όνειρο του τον Χριστό, που του ανάγγειλε ότι θα πάρει το στεφάνι του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν ξημέρωσε διατάχτηκαν οι στρατιώτες να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιο. Πραγματικά ο Άγιος εβάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφτασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο Διοκλητιανός, του πρότεινε να πάνε στον ναό του Απόλλωνα για να θυσιάσει στο είδωλο του. Όταν μπήκε ο Άγιος στον ναό, εσήκωσε το χέρι και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως τούτο έπεσε και έγινε κομμάτια.

Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσο πολύ θύμωσαν, που φώναζαν στον βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιο. Ο Διοκλητιανός έβγαλε διαταγή και του έκοψε το κεφάλι.

Τα θαύματα του Αγίου (κάποια από τα αναρρίθμητα)

α) Η μεταφορά της κολώνας

Μια γυναίκα αγόρασε μια κολώνα και δεν μπορούσε να την στείλει στην Ρώμη που κτιζόταν εκεί μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είδε λοιπόν στο όνειρο της τον Άγιο, που μαζί της σήκωσε την κολώνα και την έριξαν στην θάλασσα . Η κολώνα βρέθηκε στην Ρώμη με μια επιγραφή να τοποθετηθεί στο δεξί μέρος της εκκλησίας.

β) Σωτηρία ενός αιχμαλώτου στρατιώτη

Στην Παμφλαγονία του Πόντου τιμούσαν πολύ τον Άγιο και μάλιστα είχαν κτιστεί προς τιμή του πολλοί ναοί. Όλοι τιμούσαν τον Άγιο τόσο ώστε κάθε οικογένεια να δίνει το όνομα του σ' ένα από τα αρσενικά παιδιά της. Τούτο συνέβη και σε μια ευσεβή οικογένεια. Εμεγάλωσε το παιδί της που ήταν φρόνιμο, ηθικό, συνετό, και όταν έγινε είκοσι χρόνων τον κάλεσαν στο στρατό. Στις μάχες που έγιναν εναντίον των βαρβάρων πολλοί Χριστιανοί μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Γεώργιος, έπεσαν σε ενέδρα, και από αυτούς άλλους έσφαξαν, άλλους έκαμαν υπηρέτες και άλλους πώλησαν δούλους. Ο Γεώργιος έγινε υπηρέτης κάποιου αξιωματικού, που τον εκτίμησε πολύ.

Οι γονείς του Γεωργίου για ένα ολόκληρο χρόνο επαινθούσαν και έκλεγαν απαρηγόρητοι για το χαμένο τους παιδί. Καθημερινά επήγαιναν στην εκκλησία και γονατιστοί παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους φανερώσει τι απέγινε το αγαπημένο τους παιδί.

Αλλά και ο Γεώργιος από την εξορία του προσευχόταν στον Θεό να τον απαλλάξει από την σκλαβιά και να τον αξιώσει να συναντηθεί με τους αγαπημένους του γονείς. Επέρασε λοιπόν ένας χρόνος από τότε που εξαφανίστηκε. Έφθασε μάλιστα και η γιορτή του Αγίου και οι γονείς, που πάντα είχαν την ελπίδα ότι το παιδί τους ζει, εκάλεσαν τους συγγενείς τους για δείπνο .

Εκείνη την ημέρα ο αξιωματικός του Γεωργίου του ζήτησε να του πλύνει τα πόδια πριν από το φαγητό και γι' αυτό ο Γεώργιος πήγε να ζεστάνει νερό. Όλη την ημέρα ο Γεώργιος έκλαιγε και παρακαλούσε τον Άγιο του που γιόρταζε να τον ελευθερώσει και να τον οδηγήσει κοντά στους γονείς του. Μόλις το νερό έβρασε και το ετοίμασε για τον αφέντη του, παρουσιάστηκε μπροστά του ο Άγιος έφιππος σ' ένα άσπρο άλογο και αφού ανέβασε τον νέο σ' αυτό αμέσως, τον έφερε στο σπίτι του την ώρα που βρίσκονταν όλοι οι καλεσμένοι στο τραπέζι. Έμειναν όλοι τότε έκθαμβοι και όταν εκείνος τους αφηγήθηκε το θαύμα με κάθε λεπτομέρεια, όλοι γεμάτοι χαρά εδόξασαν το Θεό.

γ) Η επιστροφή του γιου της χήρας

Στην Μυτιλήνη ήλθαν πειρατές από την Κρήτη για να κλέψουν, λεολατήσουν και αιχμαλωτίσουν όσο το δυνατό περισσότερους μπορούσαν. Σκέφθηκαν, λοιπόν, να κάνουν την επιδρομή τους την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, που όλοι θα βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία. Πραγματικά οι κουρσάροι έκαναν την επίθεση τους και μεταξύ αυτών που αιχμαλώτισαν ήταν και ένας πολύ ωραίος νέος, ο γιος μίας πλούσιας χήρας. Οι κουρσάροι τον χάρισαν στον Αμιράν της Κρήτης που τον έβαλε υπηρέτη της τράπεζας του.

Η μάνα του από την στιγμή που χάθηκε ο γιος της έκλαιγε και παρακαλούσε τον Θεό και τον Άγιο να της φανερώσει το χαμένο της παιδί. Ο Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος δεν βράδυνε να εκπληρώσει τον πόνο της πονεμένης μάνας. Και ενώ ο νέος ετοιμαζόταν να προσφέρει κρασί στον Αμιράν, ο Άγιος Γεώργιος τον άρπαξε και το μετέφερε στην μάνα του. Και οι δύο δεν πίστευαν στα μάτια τους. Όταν συνήλθαν δόξαζαν τον Θεό και τον Άγιο για τον παράξενο τρόπο της απελευθέρωσης.

δ) Ευεργέτης, αλλά και τιμωρός

Στην Παμφλαγονία υπήρχε ένας μεγάλος ναός προς τιμή του Αγίου Γεωργίου, και στην πλατεία του ναού τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Ένα από τα παιδιά αυτά δεν μπορούσε να νικήσει σε κανένα από τα πολλά αγωνίσματα, γι' αυτό τα άλλα το ειρωνεύονταν και το περιγελούσαν. Τότε στράφηκε προς την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και τον παρακάλεσε να το βοηθήσει να νικήσει και υποσχέθηκε ότι θα του προσφέρει ένα σφουγγάτο, δηλαδή φαγητό από αυγά τηγανισμένα με κρεμμύδια και μυρωδικά.

Μόλις έκανε το τάξιμο άρχισε να παλεύει με τα άλλα παιδιά που τα νίκησε. Αμέσως πήγε στο σπίτι του και μόνος του έφτιαξε το σφουγγάτο και τόβαλε μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Ύστερα από λίγη ώρα έφθασαν εκεί τρεις νέοι για να προσκυνήσουν και μόλις είδαν το σφουγγάτο σκέφτηκαν να το φάνε. Και είπαν μεταξύ τους: "Τι τα θέλει αυτά ο Άγιος; Μήπως πρόκειται να τα φάει;" Εκάθησαν, λοιπόν, και έφαγαν του σφουγγάτο στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Όταν θέλησαν να φύγουν δεν μπορούσαν να σηκωθούν, γιατί είχαν κολλήσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια . Έκαμαν τότε φτηνά τάματα στον Άγιο για να ξεκολλήσουν, αλλά τίποτα. Όταν έκαμαν ακριβό τάμα, να δώσει ο καθένας από ένα φλωρί , τότε μόνο μπόρεσαν να ξεκολλήσουν και ν' απελευθερωθούν . Μόλις βγήκαν από την εκκλησία και πήραν θάρρος, είπαν προς τον Άγιο: "Άγιε Γεώργιε, τα σφουγγάτα σου είναι πολύ ακριβά, γι' αυτό και εμείς δεν θα ξαναγοράσουμε τίποτα από εσένα".

ε) Τιμωρία του Σαρακηνού

Κάποιος Σαρακηνός ταξιδιώτης (ανεψιός του βασιλιά της Συρίας ) , σαν είδε την θαυμάσια εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, διέταξε τους υπηρέτες του να μεταφέρουν τις αποσκευές τους και να τις βάλουν στο νάρθηκα της εκκλησίας, επειδή θα έμεναν εκεί για να ξεκουραστούν και ύστερα να συνέχιζαν το δρόμο τους. Όμως απαίτησε να βάλουν και τις δώδεκα καμήλες μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς της εκκλησίας τον παρακάλεσαν να μην βεβηλώσει την εκκλησία τους. Αλλ' αυτός επέμενε και ανέβηκε σ' ένα ψηλό σημείο του ναού για να τις παρακολουθεί. Όταν τις οδήγησαν λοιπόν στην εκκλησία, αμέσως πέθαναν όλες. Τότε το θαύμα διαδόθηκε , ο δε Σαρακηνός εντυπωσιάσθηκε και ζήτησε να τις βγάλουν έξω και να τις θάψουν. Έμεινε στην εκκλησία μέχρι το πρωί που ήλθε ο ιερέας για να λειτουργήσει. Στη διάρκεια της λειτουργίας, την ώρα της μετουσίωσης των τιμίων δώρων, ο Σαρακηνός είδε όραμα ότι ο ιερέας αφού πήρε στα χέρια του ένα μικρό παιδί, το έσφαξε και το αίμα του χύθηκε στο Άγιο ποτήρι, και το σώμα του αφού το έκοψε σε μικρά κομμάτια τόβαλε στο ιερό δίσκο. Όταν τέλειωσε το κοινωνικό και είδε ο Σαρακηνός τον ιερέα να μεταδίδει στο λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού, θύμωσε πολύ. Ύστερα από αυτό ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες και να πάρει εξηγήσεις. Ο ιερέας του εξήγησε σχετικά με την θεία ευχαριστία, και ακόμα του είπε ότι αξιώθηκε να δει ένα όραμα που μόνο οι μεγάλοι πατέρες είδαν. "Εγώ - του λέει ο ιερέας - δεν αξιώθηκα ποτέ να δω το φρικτό αυτό Μυσήριο και μόνο άρτο και κρασί βλέπω". Εξήγησε κατόπιν στον Άρχοντα Σαρακηνό το θαυμαστό μυστήριο. Τότε ο Σαρακηνός θέλησε να βαπτισθεί γιατί πίστεψε ότι η Χριστιανική πίστη ήταν η πιο αληθινή. Ο ιερέας τότε του είπε να πάει στα Ιεροσόλυμα να βαπτισθεί, γιατί όταν θα το μάθαινε ο Θείος του , που ήταν βασιλιάς της Συρίας, θα τον σκότωνε και θα άρχιζε φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Έτσι λοιπόν ο Σαρακηνός πήγε στα Ιεροσόλυμα όπου υπήρχε άλλος ηγεμόνας και βαπτίστηκε από τον Πατριάρχη. Ύστερα μάλιστα από λίγες μέρες συμβουλεύτηκε τον Πατριάρχη τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί. Τότε ο Πατριάρχης τον συμβούλευσε να γίνει μοναχός στο όρος Σινά. Και πραγματικά έτσι έγινε .

Ύστερα από τρία χρόνια πήρε άδεια από τον ηγούμενο του και έφυγε για να συναντήσει τον ιερέα του Αγ. Γεωργίου που τον είχε συμβουλεύσει να βαπτισθεί. Όταν έφτασε εκεί ο ιερέας δεν τον αναγνώρισε. Αφού του αποκάλυψε ποιός ήταν, του εξέφρασε την επιθυμία του να δει τον Χριστό. Ο ιερέας δόξασε τον Θεό και του είπε: "πήγαινε παιδί μου στον θείο σου Αμιράν και ομολόγησε την πίστη σου τόσο σ' αυτόν όσο και σ' άλλους Σαρακηνούς". Ο μοναχός σαν τα άκουσε αυτά συγκινήθηκε και ξεκίνησε αμέσως να πάει στην πόλη, όπου ο θείος του ήταν άρχοντας. Όταν έφτασε εκεί, περίμενε να νυχτώσει και ανέβηκε στον μιναρέ του τζαμιού και άρχισε να φωνάζει: "Τρέξτε εδώ Σαρακηνοί, διότι θέλω να σας μιλήσω". Τότε οι Σαρακηνοί έτρεξαν με λαμπάδες και όταν είδαν τον μοναχό, ρώτησαν τι είχε να τους πει. Ο μοναχός τους είπε: "Με ρωτάτε τι έχω να σας πω; Λοιπόν σας ρωτώ: Πού είναι ο ανεψιός του Αμιράν, πού έφυγε κρυφά;" Εκείνοι του απάντησαν. "Αν μας πεις που βρίσκεται θα σου δώσουμε όσα λεφτά θέλεις. Ο μοναχός τους είπε: "Οδηγήστε με στον Αμιράν για να σας το πω".

Αφού άρπαξαν τον μοναχό, τον οδήγησαν με μεγάλη χαρά στον Αμιράν. "Αυτός ο μοναχός γνωρίζει που είναι ο ανιψιός σου", τούπανε. Ο Αμιράς τότε ρώτησε αν στ' αλήθεια ξέρει που βρίσκεται. "Εγώ ο ίδιος είμαι. Όμως τώρα είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο πνεύμα, τη μία θεότητα και ομολογώ ότι ο υιός του Θεού σαρκώθηκε από την παρθένο Μαρία και έκαμε στον κόσμο μεγάλα θαυμάσια και αφού σταυρώθηκε και πήγε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού και Πατέρα, πρόκειται να έλθει ξανά για να κρίνει ζωντανούς και πεθαμένους". Μόλις άκουσε αυτά ο θείος του Αμιράς τούπε: "Τί έπαθες , ταλαίπωρε μου, να αφήσεις το σπίτι σου , τα πλούτη σου, τη δόξα σου και να περπατείς περιφρονημένος σαν ζητιάνος; Επίστρεψε λοιπόν στην θρησκεία σου και παραδέξου σαν προφήτη σου τον Μωάμεθ για να επανέλθεις ξανά στην προηγούμενη σου κατάσταση". Ο μοναχός τότε του είπε: "Όσα καλά είχα που είμουν Σαρακηνός, ήταν μερίδα του διαβόλου. Αυτό το τρίχινο φόρεμα μου είναι το καύχημα και ο πλούτος μου . Το Μωάμεθ που σας πλάνεψε και τη θρησκεία του, αποστρέφομαι εντελώς".

Σαν τα άκουσε αυτά ο Αμιράς είπε προς τους Σαρακηνούς που παρευρίσκονταν εκεί, ότι ο ανεψιός του έχασε τα λογικά του και να τον διώξουν. Αυτό βέβαια το έκαμε για να τον γλιτώσει από το νόμο που προέβλεπε θανατική ποινή στους υβριστές της θρησκείας. Εκείνοι μόλις άκουσαν τον Αμιράν είπαν: "Αφήνεις ελεύθερο αυτόν που ύβρισε τον προφήτη και την θρησκεία μας; Άς αρνηθούμε και εμείς λοιπόν την θρησκεία μας και ας γίνουμε Χριστιανοί". Ο Αμιράς επειδή φοβήθηκε τον όχλο μήπως εξαγριωθεί περισσότερο, έδωκε την άδεια να τον κάμουν ότι θέλουν. Εκείνοι τον άρπαξαν, τρίζοντας τα δόντια από την λύσσα και αφού τον οδήγησαν έξω από την πόλη, τον λιθοβόλησαν ενώ εκείνος προσευχόταν κι ευχαριστούσε τον Θεό, γιατί τον αξίωνε να μαρτυρήσει για το όνομα του Κυρίου μας. Αυτό ήταν το τέλος του θαρραλέου ομολογητή Σαρακινού.

Κάθε νύχτα πάνω από τον σωρό από τις πέτρες , φαινόταν ένα άστρο λαμπρό που φώτιζε τον κόσμο εκείνο. Οι Σαρακηνοί μάλιστα θαύμασαν το γεγονός. Ύστερα από αρκετό καιρό ο Αμιράς έδωσε άδεια στους Χριστιανούς να βγάλουν το Άγιο λείψανο του μάρτυρα από τις πέτρες για να το θάψουν. Όταν λοιπόν σήκωσαν τις πέτρες, βρήκαν το λείψανο "σώον και αβλαβές" και ανάδιδε ευωδία. Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια, το ενταφίασαν με ύμνους και ψαλμωδίες στον Κύριο.

5) Η κόρη του βασιλιά γλιτώνει από τον δράκοντα

Στην Ανατολική επαρχία της Αττάλειας και στην πόλη Αλαγία βασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ Χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς Χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστη τους και έπειτα τους φόνευε.

Κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατάτρωγε . Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθεί και απόφευγαν να περνούν από εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συγκέντρωσε στρατό και πήγε για να σκοτώσει το άγριο Θηρίο. Όμως δεν πέτυχε και επέστρεψε άπρακτος.

Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώσει τον δράκοντα πήγαν να τον ρωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρει τρόπους να εξοντώσει το Θηρίο .Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλή που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων , είπε στο πλήθος: "Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να σκοτώσουμε το Θηρίο και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των Θεών. Τώρα λοιπόν, σύμφωνα με την εντολή τους, θα πρέπει ο καθένας μας να στέλλει το παιδί του για να το τρώει ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν έλθει η σειρά της". Έτσι, λοιπόν, ο λαός υπάκουσε στην διαταγή του βασιλιά γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώτικα. Έστελναν , δηλαδή τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους να καταβροχθίζονται από το Θηρίο.

Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά, ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του και το πρόσωπο του , τραβούσε τα γένια του και με λυγμούς έλεγε: "Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο! Τι να πρωτοκλάψω γλυκό μου παιδί; Το χωρισμό μας ή τον ξαφνικό σου θάνατο που θα δω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμο, που σε λίγο θα νοιώσεις σαν σε κατασπαράζει το Θηρίο; Αλίμονο, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και περίμενα την ώρα που θα γιόρταζα τους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πως θα ζήσω μακριά σου; Τι την θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;" Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: "Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με συμπονέσετε . Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε και ακόμα την βασιλεία μου, αλλά να μου κάνετε μια χάρη. Να μου χαρίσετε το μονάκριβο παιδί, αλλιώτικα αφήστε και εμένα να πάω μαζί της." Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλεία, γιατί αυτός ήταν που έβγαλε την διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά του τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν, ότι έπρεπε να εφαρμοστεί και στο παιδί του η διαταγή του.

Σαν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά ο βασιλιάς, την συνόδευσε μέχρι την πύλη της πόλης. Αφού την αγκάλιασε και την φίλησε, την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσει στην λίμνη. Πραγματικά οι άνθρωποι την άφησαν και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στην λίμνη και περίμενε να έλθει το Θηρίο για να την κατασπαράξει.

Εκείνο τον καιρό ο μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανική του πίστη, ήταν κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδας στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από μια εκστρατεία που έκανε μαζί με τον Διοκλητιανό. Από Θεού θέλημα πέρασε και από την λίμνη και όταν είδε το νερό, θέλησε να ποτίσει το άλογο του και να ξεκουραστεί και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίει ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμο, την πλησίασε και την ρώτησε γιατί έκλεγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθεί τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρακάλεσε να καβαλήσει το άλογο του και να φύγει , όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί κινδύνευε να χάσει την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος. Ο Άγιος επέμενε να μάθει τι της συνέβηκε. Και αυτή του είπε: "Είναι μεγάλη η αφήγηση, κύριε μου , και δεν μπορώ να σου τα αφηγηθώ όλα με λεπτομέρειες. Μόνο σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγεις τώρα αμέσως για να μην πεθάνεις άδικα μαζί μου". Και ο Άγιος της είπε: "Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό, που πιστεύω εγώ , ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατο, αλλιώτικα θα πεθάνω και εγώ μαζί σου".

Τότε η κόρη αναστέναξε πικρά και διηγήθηκε στον Άγιο τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε εκείνος τα γεγονότα, ρώτησε την κόρη: "Σε ποιο Θεό πιστεύουν ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός;" Και εκείνη του αποκρίθηκε: "Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεά Άρτεμη". Ο άγιος τότε της είπε: "Από σήμερα να μην φοβάσαι ούτε και να κλαίεις. Μόνο πίστεψε στον Χριστό, που πιστεύω εγώ, και θα δεις την δύναμη του Θεού μου". Η βασιλοπούλα απάντησε στον Άγιο: "Πιστεύω, κύριε μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά". Ο Άγιος συνέχισε: "Έχε θάρρος στον Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και την γη και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήσει την δύναμη του Θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμα θα διώξουν τον φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε, λοιπόν, εδώ και μόλις δεις το θηρίο να έρχεται, φώναξε μου".

Τότε ο Άγιος έκλεινε τα γόνατα του στη γη και αφού σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε και είπε: "Ο Θεός ο Μεγάλος και Δυνατός που κάθεται πάνω στα χερουβίμ και επιβλέπει αβύσσους, που είναι ευλογητός και υπάρχει στους αιώνες, συ γνωρίζεις ότι οι καρδίες είναι μάταιες, Συ φιλάνθρωπε Δεσπότη και κύριε επίβλεψε και τώρα σε μένα τον ταπεινό και ανάξιο δούλο σου και φανέρωσε μου τα ελέη σου. Κάνε να υποτάξω το φοβερό αυτό Θηρίο για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και ότι είσαι ο μόνος αληθινός Θεός". Τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που τούλεγε. "Εισακούστηκε η δέηση σου Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θάμαι πάντοτε μαζί σου". Μόλις τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, φάνηκε το άγριο Θηρίο. Όταν το είδε η κόρη φώναξε: "Αλοίμονο μου , κύριε μου! Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξει".

Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήσει το θηρίο. Ήταν το θηρίο φοβερό. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιο που παρουσίαζε θέαμα τρομερό. Αμέσως ο Άγιος έκανε το σημείο του τιμίου Σταυρού και είπε: "Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψει ο λαός στο όνομα Σου το Άγιο" . Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του αλόγου του Αγίου και ενώ κυλιόταν και βρυχόταν, μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα, ένοιωσε χαρά μεγάλη. Και ο Άγιος της είπε: "Βγάλε την ζώνη σου και δέσε με αυτή τον δράκοντα από τον λαιμό". Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνη της και έδεσε το δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιο που την γλίτωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογο του, είπε πρός την βασιλοπούλλα: "Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλη".

Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο θέαμα, την κόρη δηλαδή να σέρνει δεμένο τον δράκοντα, τράπηκαν σε φυγή. "Μη φοβάσθε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και την σωτηρία σας" τους είπε ο Άγιος. Τότε σταμάτησαν όλοι απορημένοι και περίμεναν να δούν τι θα τους δείξει. Τούς προέτρεψε λοιπόν, να πιστέψουν στον αληθινό Θεό και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού σήκωσε το χέρι του κτύπησε με το ακόντιο τον δράκοντα και το φοβερό τέρας σκοτώθηκε. Έπειτα αφού πήρε από το χέρι την βασιλοπούλλα, την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού γονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθο Θεό, διότι τους ελευθέρωσε από το Θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.

Ο Άγιος κάλεσε από κάποια πόλη της Αντιόχειας τον επίσκοπο Αλέξανδρο και βάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντες και όλο το λαό. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες.

Αφού λοιπόν βαπτίστηκα όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανό, έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία στο όνομα του Θεού. Ο Άγιος πήγε να την δει. Μόλις μπήκε στο Άγιο βήμα και προσευχήθηκε, βγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίστηκε ευωδία στον ναό. Η πηγή αυτή σώζετε μέχρι σήμερα.

Ο Άγιος αφού αποχαιρέτησε τον βασιλιά και το λαό, έφυγε για την πατρίδα του την Καππαδοκία. Στο δρόμο του συνάντησε το διάβολο μετασχηματισμένο σε μορφή ανθρώπου. Κρατούσε δύο ραβδιά στα οποία στηριζόταν σαν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σαν νικημένος και καταφρονημένος στρατιώτης. Είπε, λοιπόν με ταπείνωση στον Άγιο: "Χαίρε Γεώργιε". Ο Άγιος αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο διάβολος και του είπε: "Ποιος είσαι και πώς με ξέρεις; Αν δεν ήσουνα ο πονηρός διάβολος δεν θα μπορούσες να με ξέρεις, αφού ποτέ ξανά δεν με έχεις δεί". Ο διάβολος απάντησε: "Πώς τολμάς να υβρίζεις του αγγέλους του Θεού και ρωτάς ποιος είμαι εγώ; Μάθε να μιλάς καλά". Ο Άγιος τότε αποκρίθηκε: "Αν είναι έτσι όπως μου τα λες και είσαι Άγγελος, ακολούθησε με. Αν όμως είσαι πνεύμα πονηρό, να μην μετακινηθείς από την θέση σου". Μόλις τέλειωσε το λόγο του αυτό ο Άγιος, ο διάβολος βρέθηκε δεμένος και φώναξε δυνατά: "Αλοίμονο μου! Τι κακή ώρα ήταν αυτή που σε συνάντησα! Τι κακό έπαθα να πέσω στα χέρια σου ο ταλαίπωρος!".

Ο Άγιος βεβαιώθηκε ότι ήταν πνεύμα πονηρό και του είπε: "Σε ορκίζω στο Θεό να μου πεις τι επρόκειτο να μου κάνεις". Και ο δαίμονας είπε: "Εγώ, Γεώργιε, είμαι από το δεύτερο τάγμα του Σατανά και όταν ο Θεός έκαμε τον ουρανό και διαχώριζε τη γη από τα νερά ήμουνα παρών. Εγώ έκαμα φοβερές βροντές και αστραπές, εγώ έδεσα κεφαλές και τώρα από την περηφάνια μου κατάντησα κάτω στον Άδη και έγινα δαίμονας. Αλοίμονο μου , Γεώργιε, γιατί ζήλεψα τη χάρη που σου δόθηκε και ήθελα να σε παραπλανήσω για να με προσκυνήσεις. Αλλά πλανήθηκα. Αλοίμονο μου τι κακό εζήτησα να πάθω και δεν μπορώ να λυθώ. Σε παρακαλώ Γεώργιε, θυμήσου την προηγούμενη μου ευτυχία και μη με αφήσεις να επιστρέψω στην άβυσσο γιατί σου τα είπα όλα". Τότε ο Άγιος αφού ύψωσε τα χέρια στον ουρανό είπε: "Σ' ευχαριστώ Κύριε μου, διότι μου παρέδωσες στα χέρια μου τον πονηρό δαίμονα, που πρόκειται να σταλεί σε σκοτεινό τόπο για να τιμωρείται αιώνια". Μόλις είπε αυτά ο Άγιος επετίμησε και απόλυσε το πονηρό πνεύμα.

Θαυματουργικές εικόνες του Αγίου Γεωργίου στην ιερά μονή του Ζωγράφου στο Άγιο Όρος


α) Η εικόνα που μεταφέρθηκε από τη Μονή Φανουήλ

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα του Σοφού (886 - 912 μ.Χ.) ήσαν τρεις γνήσιοι αδελφοί, ο Μωυσής, ο Ααρών και ο Βασίλειος και η καταγωγή τους ήταν από την μεγαλύτερη Λιγχίδα, που μετονομάστηκε αργότερα σε Αχρίδα. Αυτοί λοιπόν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το κόσμο, τον πλούτο, τη δόξα και να πάρουν το αγγελικό σχήμα. Έφτασαν στο Άγιο Όρος και αφού βρήκαν ήσυχο τόπο, κατασκεύασαν σκηνές, όπου έμεναν για αρκετό διάστημα και συναντιόνταν μόνο την Κυριακή. Διαδόθηκε, λοιπόν η φήμη της αρετής τους και γι' αυτό πολλοί έρχονταν κοντά τους και δεν έφευγαν.

Βρήκαν ένα χώρο όπου έκτισαν μοναστήρι. Αφού έκτισαν και τον ναό σκέπτονταν πως να τον ονομάσουν. Άλλοι έλεγαν να τον αφιερώσουν στον Άγιο Νικόλαο, άλλοι στον Άγιο Κλήμεντα, αρχιεπίσκοπο Αχρίδος που ήταν και συμπατριώτης τους και ο καθένας γενικά ήθελε να δώσει στο ναό το όνομα του Αγίου, που έτρεφε μεγαλύτερη ευλάβεια. Επειδή, λοιπόν, δεν συμφωνούσαν αποφάσισαν να προσφύγουν στην προσευχή στο Θεό και να δεηθούν ώστε Αυτός για να αποφασίσει για να διατάξει σε ποιο από τους Αγίους Του θα αφιερώσουν το ναό και ποιαν εικόνα θα ζωγραφίσουν στο ξύλο που ετοίμασαν. Προσευχήθηκαν και οι τρεις, ο καθένας στο ησυχαστήριο του. Στην διάρκεια που προσεύχονταν διαχύθηκε από τον νεόκτιστο ναό ένα ασυνήθιστο φως, λαμπρότερο από τις ακτίνες του ήλιου γύρω από τα κελιά των μοναχών. Οι μοναχοί κατελήφθησαν από φόβο και απορία και έμειναν προσευχόμενοι όλη νύχτα.

Την επομένη το πρωί όταν κατέβηκαν οι μοναχοί στην εκκλησία είδαν με θαυμασμό ότι στο ξύλο που ετοίμασαν να ζωγραφίσουν, ζωγραφίστηκε η εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου Γεωργίου.

Απ' αυτή μάλιστα έβγαινε η λάμψη που φώτιζε τα ταπεινά ησυχαστήρια. Έτσι λοιπόν, αφιερώθηκε η εκκλησία στον Άγιο Γεώργιο και η μονή ονομάσθηκε Ζωγράφου.

Η θαυματουργή εικόνα υπήρχε στην Μονή του Φανουήλ που βρίσκεται στην Συρία κοντά στη Λύδδα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του καθηγούμενου της Μονής Φανουήλ, Ευστρατίου, όταν κάποτε ο Θεός θέλησε, να τιμωρήσει τη Συρία και να την παραδώσει στους Σαρακηνούς, η ζωγραφιά της εικόνας ξαφνικά αποχωρίσθηκε από το ξύλο και αφού υψώθηκε κρύφτηκε σε άγνωστο μέρος. Οι μοναχοί τότε, επειδή φοβήθηκαν και λυπήθηκαν από το θαύμα, αφού γονάτισαν, προσεύχονταν στο Θεό θερμά και με δάκρυα και τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει που κρυβόταν το πρόσωπο του Αγίου Γεωργίου. Ο πανάγαθος Θεός άκουσε την δέηση των μοναχών και ο Άγιος παρουσιάστηκε στον ηγούμενο και του είπε: «Μη λυπάστε για μένα. Εγώ βρήκα για τον εαυτό μου Μονή της Παναγίας στο Άθω. Αν θέλετε πηγαίνετε και εσείς προς τα εκεί, γιατί η οργή του Κυρίου είναι έτοιμη να πέσει πάνω στην διεφθαρμένη Παλαιστίνη και σχεδόν σ' όλη την Οικουμένη, επειδή οι Χριστιανοί αμαρτάνουν».

Αφού συγκέντρωσε όλους τους μοναχούς ο καθηγούμενος ανακοίνωσε τα συμβάντα. Έπειτα κάλεσε και τους προύχοντες της πόλης Λύδδας και τους ανάγγειλε όσα συνέβησαν σχετικά με την άγια εικόνα. Ύστερα του παράγγειλε τα εξής: «Εμείς φεύγουμε, για την αγία πόλη των Ιεροσολύμων για να προσκυνήσουμε τον Άγιο Τάφο του Κυρίου και ας γίνει το θέλημα Του. Σεις εγκατασταθείτε στην Μονή για να την προφυλάξετε».

Με δάκρυα ξεκίνησαν. Αφού έφτασαν στην Ιόππη βρήκαν πλοίο και αναχώρησαν για το όρος Άθω. Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασαν στην μονή Ζωγράφου. Όταν μπήκαν στο ναό, με έκπληξη και θαυμασμό, είδαν την ζωγραφιά του Αγίου Γεωργίου, που είχαν στην μονή Φανουήλ, νάνε προσκολλημένη χωρίς καμιά αλλοίωση σ' ένα καινούργιο ξύλο. Τότε με συγκίνηση και δάκρυα γονάτισαν μπροστά στην εικόνα και έλεγαν: «Γιατί μας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλομάρτυρα Γεώργιε;» Οι μοναχοί της Ζωγράφου απορούσαν, γιατί συνέβησαν όλα αυτά τα παράξενα. Όμως εκείνοι τους διηγήθηκαν τα συμβάντα και όλοι δόξαζαν ολόψυχα τον Κύριο και τον Άγιο Γεώργιο. Τον δε καθηγούμενο Ευστράτιο τον έκαμαν Ηγούμενο τους.

Από τότε άρχισαν να γίνονται από την αγία εικόνα πολλά θαύματα. Γι' αυτό ο κόσμος πήγαινε στην μονή Ζωγράφου , να προσκυνήσει τον Τροπαιοφόρο Γεώργιο. Η φήμη των θαυμάτων έφθασε μέχρι και τον βασιλέα Λέοντα τον Σοφό, που ήταν πολύ ευσεβής. Μάλιστα αποφάσισε να πάει προσωπικά στο Άγιο Όρος για να προσκυνήσει και χαρεί πνευματικά με τις ψυχοφελείς συζητήσεις που θα έκανε με τους ασκητές Μωυσή, Ααρών και Βασίλειο που έγιναν ξακουστοί για την αρετή τους. Ύστερα από τον Λέοντα επισκέφτηκε τη Μονή και ο βασιλιάς των Βουλγάρων Ιωάννης από το Τίρναβο. Με την πλούσια βοήθεια του άρχισε να κτίζεται η μεγαλοπρεπής Μονή του Ζωγράφου. Αργότερα η ιερά Μονή κατεδαφίστηκε από τους βαρβάρους και τους πειρατές. Η τωρινή Μονή κτίστηκε από τον Ηγεμόνα της Μολδαβίας Στέφανο.

Η Αγία εικόνα έχει μέχρι σήμερα το άκρο του δάκτυλου κάποιου ολιγόπιστου Επίσκοπου. Αυτός καταγόταν, σύμφωνα με την παράδοση, απ' τα Βοδενά (Έδεσσα) και όταν άκουσε για τα θαύματα της εικόνας θέλησε μαζί με την συνοδεία του να πάει να διαπιστώσει αν πραγματικά ήσαν αληθινά αυτά που διαδίδονταν ή ήσαν εφευρέσεις των μοναχών, για λόγους φιλοχρηματίας. Όταν έφτασε στο Άγιο Όρος πήγε και στην Μονή του Ζωγράφου όπου οι μοναχοί εκεί τον υποδέχτηκαν με την πρέπουσα τιμή. Στην συνέχεια τον οδήγησαν στο ναό για να προσκυνήσει τον Άγιο Γεώργιο. Αλλά ο επίσκοπος αντί να φανεί ταπεινός και σεμνός φάνηκε περήφανος και ολιγόπιστος. Αφού με αδιαφορία είδε τον ναό στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου και με αλαζονικό ύφος είπε προς τους μοναχούς: «Ώστε αυτή είναι η θαυματουργός εικόνα του Αγίου». Αμέσως όμως το δάκτυλο του κόλλησε στην εικόνα και μάταια προσπαθούσε να το ξεκολλήσει. Η αγωνία του και ο φόβος του μεγάλωσαν όσο αγωνιζόταν να το ξεκολλήσει. Κάθε φορά που προσπαθούσε να το ξεκολλήσει ένοιωθε πόνους γιατί αυτό ήταν κολλημένο πολύ γερά. Στο τέλος ο δυστυχής επίσκοπος δέχτηκε, να του κόψουν το δάκτυλο του. Έτσι πήρε μια γεύση της γνησιότητας των θαυμάτων του Αγίου Γεωργίου.
β) Το θαλάσσιο ταξίδι της εικόνας από την Αραβία

Υπάρχει κοντά στον κίονα του αριστερού χορού που βρίσκεται η εικόνα του Αγίου Γεωργίου η πιο κάτω χειρόγραφη διήγηση:

Η αγία εικόνα ήρθε από την Αραβία και βρέθηκε στο λιμάνι της Μονής Βατοπεδίου. Η απροσδόκητη άφιξη της εικόνας προκάλεσε ταραχή και θόρυβο στο Άγιο Όρος. Γιατί η φήμη ξάπλωσε γρήγορα και οι μοναχοί ερχόντουσαν απ' όλα τα μοναστήρια για να προσκυνήσουν την άγια εικόνα που με θαύμα φανερώθηκε στο λιμάνι. Μάλιστα κάθε μοναστήρι επεδίωκε να αποκτήσει το θησαυρό αυτό και οι γέροντες αρνούνταν να την δώσουν στη Μονή Βατοπεδίου. Τελικά αποφάσισαν να βάλουν κλήρο και να δεχτούν την απόφαση της άγιας εικόνας. Πραγματική πήραν ομόφωνα απόφαση όλοι οι γέροντες να φορτώσουν την εικόνα σ' ένα ξένο και άγριο μουλάρι που δεν ήξερε τους δρόμους και τα Μοναστήρια και αφού το αφήσουν ελεύθερο να το ακολουθήσουν από μακριά. Εκεί που θα σταματούσε θα έπρεπε να μείνει η εικόνα. Έτσι και έγινε. Αφού οδήγησαν το μουλάρι στο δρόμο Θεσσαλονίκης - Αγίου Όρους το άφησαν στη θέληση του. Και το μουλάρι με αργό και ισόμετρο περπάτημα σαν να ένοιωθε ότι μετέφερε ιερό φορτίο πέρασε από δύσβατους τόπους, δάση και υψώματα και έφτασε στην Μονή Ζωγράφου και στάθηκε ακίνητο σ' ένα πολύ ωραίο λόφο.

Με τον τρόπο αυτό πληροφορήθηκαν όλοι ότι η θέληση του Αγίου Γεωργίου ήταν να μείνει η ιερή εικόνα στη Μονή Ζωγράφου. Όλοι οι μοναχοί δέχτηκαν στη Μονή με χαρά και με πνευματικό πανηγύρι την ιερή εικόνα και την τοποθέτησαν στον κίονα του αριστερού χορού. Το μουλάρι που μετέφερνε την άγια εικόνα πέθανε και το έθαψαν στον τόπο εκείνο . Σε ανάμνηση για τον ερχομό της ιερής εικόνας του Αγίου Γεωργίου έκτισαν στον λόφο ένα κελί και μικρή εκκλησία στο όνομα του Αγίου.
γ) Αφιέρωση της Άγιας εικόνας από τον Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Στέφανο

Στο βορειοδυτικό κίονα, που στηρίζεται και ο τρούλος, είναι αναρτημένη και άλλη εικόνα του Αγίου Γεωργίου , που γι' αυτή υπάρχει η πιο κάτω χειρόγραφη διήγηση στην Μονή Ζωγράφου.

Ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Στέφανος είχε, όπως είναι γνωστό, συνέχεια πολέμους με τους Τούρκους. Κάποτε συγκεντρώθηκαν τα αναρίθμητα Τούρκικα ασκέρια, για να τον αφανίσουν. Όταν είδε ο Στέφανος το πλήθος του εχθρού φοβήθηκε. Αμέσως όμως συνήλθε και με θερμή προσευχή στο Θεό ζήτησε τη βοήθεια του. Στον ύπνο του εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος που ήταν λουσμένος σ' ένα λαμπρό θαυμάσιο φως και με μάτια που άστραφταν. Ο Στέφανος αν και κοιμόταν φοβήθηκε πολύ. Τότε ο Άγιος του είπε: «Έχε θάρρος στον Κύριο σου και μη φοβάσαι το πλήθος αυτό. Αύριο συγκέντρωσε όλο το στράτευμα σου και οδήγησε το εναντίον των εχθρών του Χριστού με φωνές πανηγυρικές και σάλπιγγες και θα δεις την δύναμη του Θεού που πάντα σε βοηθά. Για το λόγο αυτό στάθηκα εδώ για να σου αποκαλύψω ποιος θα νικήσει και να σου αναφέρω ότι η δύναμη του Θεού είναι μαζί σου και ότι ακόμα και εγώ θα σε βοηθήσω στην μάχη αυτή. Για όλα αυτά ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου που είναι στο όνομα μου, και που ερημώθηκε. Στείλε μάλιστα και την δική μου εικόνα που έχεις μαζί σου».

Ο Στέφανος πήρε θάρρος από την εμφάνιση του Αγίου και ακόμη από την υπόσχεση που του έδωσε ότι θα τον βοηθούσε με την βοήθεια της θείας χάρης. Αφού μάλιστα έφερε και την άγια εικόνα μαζί του με την φωνή των σαλπίγγων κτύπησε ξαφνικά σαν λαίλαπας τον όγκο των Οθωμανών και τους σύντριψε χωρίς χρονοτριβή.

Ύστερα από λίγο καιρό έστειλε και την άγια εικόνα στο Άγιο Όρος και ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου, σύμφωνα με την θέληση του Αγίου, αφού αφιέρωσε σ' αυτή πολλά αφιερώματα.
Κάποιος Ρώσος συγγραφέας αναφερόμενος στην άγια εικόνα του Αγίου Γεωργίου γράφει τα εξής: «Μέσα στο 15ο αιώνα φάνηκε και άλλος ευεργέτης της Μονής Ζωγράφου, Ο Στέφανος που ήταν επίσημος Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, και αγωνίστηκε πολλές φορές εναντίον των Οθωμανών νικηφόρα. Όταν τον περικύκλωσαν κάποτε αμέτρητα πλήθη εχθρού σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να σώσει τους περίβολους του φρουρίου. Τότε φάνηκε πάνω στο τείχος η μάνα του που του είπε: «Δεν θα επιτρέψω ποτέ στους εχθρούς σου ν' ανοίξουν τις πύλες του φρουρίου σου. Αν δεν νικήσεις και δεν μπορέσεις να αντισταθείς σ' αυτούς στο πεδίο της μάχης πολύ λίγη ελπίδα σου απομένει για τους περιβόλους».Εκείνο, λοιπόν, το βράδυ φάνηκε ο Άγιος Γεώργιος στο συγχυσμένο Στέφανο και του υποσχέθηκε ότι θα νικούσε. Επίσης τον διέταξε να αποστείλει την άγια εικόνα που είχε πάντα μαζί του στην Μονή Ζωγράφου, και να την ανακαινίσει γιατί ήταν ήδη ερημωμένη. Η νίκη έστεψε το Στέφανο που εκπλήρωσε την εντολή του Αγίου Γεωργίου.

δ) Η θαυμαστή εικόνα του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στην ιερά Μονή του Ξενοφώντα

Στο Άγιο Όρος σώζεται η αρχαία προφορική παράδοση και για την άγια εικόνα που υπήρχε στους χρόνους των ασεβών εικονομάχων, που με βασιλικά διατάγματα καίονταν οι άγιες και σεβαστές εικόνες.

Στα χρόνια εκείνα λοιπόν οι υπηρέτες του παράνομου βασιλιά ερευνούσαν και προσπαθούσαν να βρίσκουν τις άγιες εικόνες για να τις συντρίψουν και να τις ρίξουν στη φωτιά. Βρήκαν λοιπόν και την άγια αυτή εικόνα και την έριξαν στην φωτιά για να καεί. Αλλά μάταια κοπίαζαν οι ανόητοι, διότι η άγια εικόνα έμεινε άφλεκτος μέχρι που η φωτιά έσβησε τελείως. Οι εικονομάχοι όταν είδαν ότι η φωτιά πολύ λίγο άρπαξε τα φορέματα του Αγίου και το πρόσωπο του τίποτα δεν έπαθε απόρησαν. Ένας μάλιστα περισσότερο ασεβής έμπηξε μαχαίρι στο πηγούνι του Αγίου και αμέσως έτρεξε καθαρό αίμα. Τότε όλοι όσοι είδαν το θαύμα έφυγαν ο καθένας για το σπίτι του. Ένας ευσεβής Χριστιανός αφού παράλαβε την άγια εικόνα και ήλθε στην θάλασσα, προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο για να σταματήσει η φρικτή θύελλα της εικονομαχίας. Έπειτα αφού γύρισε προς την Άγια εικόνα είπε: «Μεγαλομάρτυρα του Χριστού Τροπαιοφόρε Γεώργιε, συ που και στη ζωή και μετά τον θάνατο έκαμες άφλεκτη την άγια εικόνα, διαφύλαξε την και τώρα από την θάλασσα και μετέφερε την όπου εσύ γνωρίζεις και επιθυμείς για να δοξασθεί ο Θεός μας». Και μόλις τελείωσε έβαλε την εικόνα στη θάλασσα.

Ο Άγιος Γεώργιος φρόντισε ώστε η άγια εικόνα να φτάσει στο Άγιο Όρος, όπου και άλλες εικόνες οδήγησε η θεία πρόνοια. Η εικόνα τοποθετήθηκε κοντά στην Μονή Ξενοφώντα όπου έτρεχαν τα ιαματικά όξινα νερά. Υπήρχε μάλιστα εκεί μια μικρή Μονή αφιερωμένη στο Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Ακόμα σώζεται ο μικρός αυτός ναός, όπου οι μοναχοί σαν είδαν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου την μετάφεραν εκεί γεμάτοι χαρά και ευλάβεια. Ύστερα έκτισαν ναό κοντά στο μικρό ναό. Όταν αυξήθηκαν οι μοναχοί και μεγάλωσε και η Μονή ονομάσθηκε του Αγίου Γεωργίου. Οι μοναχοί γιορτάζουν καθημερινά μαζί με τον Άγιο Γεώργιο και τον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο και τους μνημονεύουν στις απολύσεις των ακολουθιών.

Η άγια εικόνα βρίσκεται στο μεγάλο Καθολικό ναό του Αγίου Γεωργίου στον ανατολικό κίονα του δεξιού χωρού και έχει ζωγραφισμένο ολόσωμο τον Μεγαλομάρτυρα και σε ένδειξη του θαύματος φέρνει και την πληγή στο πηγούνι και το αίμα του είναι πηγμένο σ' αυτή. Μέχρι σήμερα το θαυμαστό φαινόμενο κηρύττει περίτρανα τα πάμπολλα θαύματα που έκανε και κάνει ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Σημείωση: Η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται στις 23 του Απρίλη. Εάν όμως το Πάσχα πέφτει μετά τις 23 Απρίλη, τότε η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται την επόμενη μέρα του Πάσχα (Δευτέρα της Δικαινησίμου).

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον

Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Γεωργηθείς ὑπό Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργός Τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ· σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν, εὐφροσύνῃ θερίζεις· ἀθλήσας δὲ δι᾽ αἵματος, τὸν Χριστόν ἐκομίσω· καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις πταισμάτων συγχώρησιν.
Ανάλυση ονόματος*

ΓΕΩΡΓΙΟΣ: (εκ του γη + εργάζομαι) = ο καλλιεργητής της Γής, ο δημιουργός (υλικών) αγαθών.

(Μεταφορά από τη σελίδα του Ορθόδοξου Συναξαριστή)
 
Σημείωση: να σημειωθεί εδώ πως ο άγιος μαζί με την Παναγία μας είναι από τα ελάχιστα πρόσωπα που τιμούν και άλλες θρησκείες λόγω της θαυματουργικής τους δράσης σε αυτούς. Για παράδειγμα γνωστή είναι η μονή του αγίου στη Συρία και σε άλλα μέρη του αραβικού κόσμου όπου τιμάται και από τους άραβες.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ - π. Γερασίμου Μενάγια

Ο Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός γνωρίζων ότι έφθασε η ώρα της θυσίας αυτού, ηθέλησε προ του πάθους του, να μας αφήση την πλέον μεγάλη απόδειξιν της αγάπης του. Και δι’ αυτό συνέστησε το μέγα μυστήριον της θείας Ευχαριστίας.
Η παρουσίασις της αγάπης αυτής, η οποία εξεδηλώθη κατά τας τελευταίας στιγμάς προ του θανάτου αυτού, προξενεί βαθείαν εντύπωσιν εις τας καρδίας των ανθρώπων και λογίζεται πάρα πολύ πολύτιμος. Δια τον λόγον αυτόν και οι άνθρωποι εις τας διαθήκας των συνήθως, κληροδοτούν δώρα τινά εις τα πλέον προσφιλή αυτών πρόσωπα, εις ανάμνησιν της αγάπης που είχον εις αυτά.
"Αλλά Συ, ω Ιησού μου, όταν έφυγες εκ του κόσμου αυτού, τί αφήκες εις ημάς εις ανάμνησιν της αγάπης Σου; Μας έδωσες όλον τον εαυτόν σου. Μας άφησες το Σώμα Σου, το Αίμα Σου, την ψυχήν Σου, την Θεότητα Σου. Με ένα λόγον, ολόκληρον τον εαυτόν ΣουR χωρίς ουδεμίαν επιφύλαξιν".
Δικαίως όθεν άγιος τις, ωνόμασε το μυστήριον τούτο "μυστήριον της αγάπης", διότι μόνον η αγάπη είναι εκείνη η οποία ωδήγησε τον Χριστόν να δώση όλον τον εαυτόν Του εις ημάς.
Και ως εγγύησιν, εις περίπτωσιν που είχομεν αμφιβολίαν τινά περί της αγάπης αυτού, να ευρίσκωμεν εις το μυστήριον τούτο τρανήν απόδειξιν περί αυτής, ως εάν ο Λυτρωτής ότε συνίστα τούτο έλεγεν: "Ψυχαί των χριστιανών, προσέξατε το μυστήριον αυτό διότι δι’ αυτού σας δίδω, όλον τον εαυτόν μου. Έχοντες, λοιπόν, μίαν τοιαύτην απόδειξιν εις χείρας σας, δεν επιτρέπεται ν΄αμφιβάλλετε ότι δεν σας αγαπώ πολύ".
Εις άγιος ωνόμασε το μυστήριον τούτο "αγάπην προ πάσης άλλης αγάπης", διότι η δωρεά αυτή έχει εντός της όλας τας άλλας δωρεάς του Κυρίου. Δηλαδή της δημιουργίας, της απολυτρώσεως και της αιωνίου δόξης. Διότι η θεία Κοινωνία δεν είναι μόνον μία απόδειξις της αγάπης του Χριστού, είναι ακόμη και μία εγγύησις της απολαύσεως της Βασιλείας των Ουρανών, την οποίαν, ως τονίζει η Εκκλησία μας, θέλει να μας χαρίση.
Ο προφήτης Ησαίας ηθέλησε να γνωστοποιηθούν εις όλον τον κόσμον αι πλήρεις αγάπης σκέψεις, τας οποίας ο Θεός έδειξε δια να ελκύση προς εαυτόν την αγάπην των ανθρώπων… "Πώς, λέγει ο ιερός Αυγουστίνος, δεν φαίνεται ωσάν παραφροσύνη, να είπη τις: Φάγετε την σάρκα μου, πίετε το αίμα μου";
Όταν το πρώτον ο Χριστός ωμίλησε εις του μαθητάς αυτού περί του μυστηρίου τούτου, μερικοί εξ αυτών δεν ηδύναντο να το πιστεύσουν και απεμακρύνθησαν απ’ αυτού λέγοντες: "Πώς δύναται ούτος να μας δώση να φάγωμεν την σάρκα αυτού";
Εν τούτοις αυτό το οποίον οι άνθρωποι δεν ηδύναντο ούτε να σκεφθούν ούτε να πιστεύσουν, η εξαίρετος αγάπη του Χριστού το επραγματοποίησεν "Λάβετε φάγετε" είπεν εις τους μαθητάς Του και δια μέσου αυτών προς όλους ημάς.
Εις τούτο μας παροτρύνει υποσχόμενος και την είσοδον εις την Βασιλείαν Του. "Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, έχει ζωήν αιώνιον".
Τέλος μεταχειρίζεται ακόμη και απειλήν κολάσεως εις εκείνον ο οποίος δεν θέλει να μετάσχη εις το μυστήριον αυτό.
Όλαι αυταί αι προκλήσεις, αι υποσχέσεις, αι απειλαί προέρχονται μόνον από την θερμήν επιθυμίαν την οποίαν έχει δια να μας δίδη τον εαυτόν Του κατά την θείαν Κοινωνίαν.
Αλλά διατί ο Χριστός επιθυμεί τόσον πολύ να τον λαμβάνωμεν με την θείαν Κοινωνίαν;
Τούτο γίνεται διότι η αγάπη επιθυμεί και σκοπόν έχει την ένωσιν μας μετά της Θεότητος Του.
Με την θείαν Κοινωνίαν ο Χριστός ενούται μετά της ψυχής και η ψυχή και αυτή ενούται με τον Χριστόν. Η δε ένωσις αυτή είναι εντελώς πραγματική. Ο Χριστός δεν παρέχεται πουθενά τόσον φιλοστόργως και τόσον αγαπητώς όσον εις το μυστήριον τούτο και δίδεται ως τροφή δια να ενωθή μετά των καρδιών των πιστών. Ο Χριστός με την θερμήν αγάπην αυτήν, ηθέλησε να ενωθή τόσον με ημάς, ώστε ν’ αποτελέσωμεν μίαν μόνον ύπαρξιν μετ’ αυτού.
"Ω θείε Νυμφίε των ψυχών ημών, ηθέλησες δια του μυστηρίου της αγάπης, η καρδία Σου και η ιδική μας να γίνουν μία μόνη καρδία αδιαχωρίστως ηνωμέναι"!
Όπως ο Χριστός ζητεί την ένωσιν μας μετ’ αυτού έτσι και ημείς δια της αυτής αγάπης συχνά πρέπει να μεταλαμβάνωμεν την θείαν Κοινωνίαν, κατά την γνώμην όμως του πνευματικού πατρός, εις τον οποίον οφείλομεν να εξομολογούμεθα. Πάντως ουδέν απολύτως εμπόδιον δύναται να υπάρξη εις την συνεχή θείαν Κοινωνίαν και την οποίαν πάλιν θα κανονίση ο πνευματικός πατήρ.
Τίποτε εις τον κόσμον αυτόν δεν είναι τόσον ωφέλιμον όσον η θεία Μετάληψις. Ο αιώνιος Πατήρ κατέστησε κάτοχον του θέματος αυτού τον Χριστόν και εις την διάθεσιν αυτού όλους τους θείους θησαυρούς. Επομένως ότε ο Χριστός έρχεται εις την ψυχήν δια της θείας Κοινωνίας, φέρει μαζί του απείρους θησαυρούς της Χάριτος και μετά την θείαν Μετάληψιν πας τις δύναται να είπη ότι, όλα τα καλά ήλθον εις εμέ μαζί με το μυστήριον αυτό.
Ο άγιος Διονύσιος διδάσκει ότι το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας, είναι το πλεόν δραστήριον μέσον του αγιασμού των ψυχών.
Δια της θείας Κοινωνίας ελευθερούμεθα εκ των συγγνωστών αμαρτιών μας και προφυλασσόμεθα από των θανατηφόρων τοιούτων.
Το μυστήριον αυτό ανάπτει εις τας ψυχάς μας την θείαν αγάπην. Ο Θεός είναι αγάπη. Είναι φωτιά η οποία εξαφανίζει εκ των καρδιών μας πάσαν γηίνην κλίσιν και η φωτιά αυτή της θεϊκής αγάπης που έφερεν ο Χριστός μας επί της γης, δεν επιδιώκει τίποτε άλλο παρά μόνον να ίδη φλογιζομένας τας καρδίας ημών εκ της θείας αγάπης.
Η θεία Κοινωνία μας σύρει τόσον εις την αγάπην ώστε μετά την αποχώρησιν ημών εξ αυτής να γινώμεθα τρομεροί εις τους δαίμονας.
Μερικοί λέγουν ότι εγώ μεταλαμβάνω σπανίως διότι δεν αισθάνομαι εντός μου παρά μικράν μόνον αγάπην εις τον Θεόν. "Πώς, λοιπόν, επειδή είσαι ψυχρός δια τούτο απομακρύνεσαι από το θείον αυτόν πυρ; Απεναντίας επειδή είσαι ψυχρός πρέπει να πλησιάζης πολύ συχνά εις το μυστήριον αυτό, εάν πράγματι επιθυμής ν’ αγαπάς τον Χριστόν".
Και όταν κανείς είναι ασθενής, τόσον περισσότερον έχει ανάγκην των ιατρών. Έτσι και εδώ, δια την θεραπείαν της ψυχής μας, πρέπει να πλησιάζωμεν τον ιατρόν αυτής πολύ συχνά.
Κάπου αναφέρεται ότι υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, οι οποίοι πρέπει να κοινωνούν συχνά. Οι τέλειοι δια να διατηρήσουν την τελειότητα και οι ατελείς δια να φθάσουν εις την τελειότητα.